— Θα το συζητήσουμε από κοντά, κυρία Κωστοπούλου. Κατά τον επανέλεγχο της δικογραφίας εντοπίσαμε ορισμένα στοιχεία που δεν είχαν αξιολογηθεί επαρκώς. Όλα δείχνουν ότι ο αδελφός σας έχει ακολουθήσει παρόμοια τακτική και στο παρελθόν.
— Τι ακριβώς εννοείτε; — ρώτησε, προσπαθώντας να κρατήσει σταθερή τη φωνή της.
— Μπορείτε να περάσετε αύριο στις δέκα το πρωί; Θα σας αποστείλω τη διεύθυνση με μήνυμα. Είναι αναγκαίο.
Την επόμενη ημέρα η Ιωάννα καθόταν απέναντι από τον Διονύσιο Μιχαηλίδη, ξεφυλλίζοντας έναν ογκώδη φάκελο. Όσο προχωρούσε στις σελίδες, τόσο ένιωθε την οργή να φουσκώνει μέσα της.
— Τρεις δικαστικές διαμάχες μέσα σε δύο χρόνια, — εξήγησε ο ερευνητής. — Αγωγή κατά πρώην συντρόφου για δήθεν απλήρωτο δάνειο· απορρίφθηκε. Μήνυση σε γείτονα για υποτιθέμενη καταστροφή περίφραξης· κατέπεσε. Κατηγορία σε πρώην συνεργάτη για «κλοπή» επιχειρηματικής ιδέας· επίσης χωρίς αποτέλεσμα.
— Δεν γνώριζα τίποτα από αυτά… — ψιθύρισε.
— Ο αδελφός σας φαίνεται πως έχει μετατρέψει τις δικαστικές αίθουσες σε επαγγελματικό πεδίο. Κι αυτό δεν είναι το μόνο. Εξετάσαμε και τα οικονομικά του στοιχεία. Ο κύριος Καρακόστας εμφανίζεται επισήμως ως σύμβουλος στην εταιρεία της μητέρας σας, με μηνιαία αμοιβή εξακοσίων ευρώ.
Η Ιωάννα σήκωσε απότομα το βλέμμα.
— Η μητέρα μου έχει εταιρεία;
— Η «Βικτώρια ΙΚΕ». Ιδρύθηκε πριν από δύο χρόνια. Δηλωμένη δραστηριότητα: παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Δεν έχει καταγράψει καμία ουσιαστική σύμβαση, ωστόσο στον λογαριασμό της κατατίθενται συστηματικά ποσά από ιδιώτες.
— Από ποιους;
Ο Μιχαηλίδης της έστρεψε την οθόνη. Τα ονόματα της ήταν οικεία: παλιές φίλες της μητέρας της, μακρινοί συγγενείς, γείτονες από τα εξοχικά.
— Τα ποσά κυμαίνονται από εκατό έως τετρακόσια ευρώ κάθε φορά, — συνέχισε. — Όχι μεγάλα, αλλά επαναλαμβανόμενα. Στην αιτιολογία αναγράφεται «συμβουλευτική αμοιβή» ή «επιστροφή οφειλής».
Η Ιωάννα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
— Δηλαδή… εκμεταλλεύονται ηλικιωμένους;
— Το πιθανότερο. Η μητέρα σας, αξιοποιώντας τη μακροχρόνια εμπιστοσύνη, ζητά χρήματα για δήθεν επείγουσες ανάγκες — ιατρικά έξοδα, επισκευές. Τα χρήματα περνούν από την εταιρεία ώστε να φαίνονται νόμιμα. Φορολογούνται κανονικά, αλλά καμία υπηρεσία δεν παρέχεται και κανένα «δάνειο» δεν επιστρέφεται.
— Η μητέρα μου ίσως να μην αντιλαμβάνεται πλήρως… — προσπάθησε να αντιτείνει.
— Είναι προχωρημένης ηλικίας, ναι. Ωστόσο ο διευθύνων σύμβουλος είναι ο κύριος Καρακόστας. Δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί άγνοια.
— Τι θα ακολουθήσει;
— Η έρευνα θα προχωρήσει. Θα χρειαστούμε την κατάθεσή σας. Και κάτι ακόμη: ανάμεσα στους ζημιωθέντες βρίσκεται η Καλλιόπη Ανδρέου. Σας λέει κάτι το όνομα;
Η Ιωάννα ανατρίχιασε.
— Είναι η παιδική φίλη της μητέρας μου. Γνωρίζονται πάνω από μισό αιώνα.
— Τον τελευταίο χρόνο κατέθεσε συνολικά δώδεκα χιλιάδες ευρώ. Πούλησε το μικρό της εξοχικό για να βοηθήσει, όπως της είπαν, σε μια «επέμβαση».
Η Ιωάννα έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. Η θεία Καλλιόπη, χήρα στρατιωτικού, συνταξιούχος δασκάλα, ζούσε λιτά και με αξιοπρέπεια.
— Θα της επιστρέψω κάθε ευρώ, — είπε τελικά με αποφασιστικότητα.
— Η πρόθεσή σας είναι αξιέπαινη, αλλά πρώτα πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Να είστε προετοιμασμένη· η υπόθεση θα πάρει διαστάσεις.
Δεν άργησε να δικαιωθεί. Η είδηση διαδόθηκε ταχύτατα στον στενό και ευρύτερο κύκλο. Το κινητό της Ιωάννας δεν σταματούσε να δονείται. Εκείνη το άφηνε σιωπηλό και μόνο το βράδυ τόλμησε να ακούσει τα ηχητικά μηνύματα.
«Ιωάννα, είμαι η θεία Γεωργία. Πώς μπόρεσες; Είναι η μάνα σου! Σκέψου το ξανά.»
«Ιωάννα μου, εδώ η Ξάνθη Παναγιωτοπούλου. Αληθεύει ότι σε κάλεσαν για κατάθεση; Με πήραν κι εμένα…»
Και ύστερα η φωνή της μητέρας της, γεμάτη πικρία: «Μας διαλύεις. Δεν σε αναγνωρίζω πια.»
Το τελευταίο μήνυμα ανήκε στον Στέφανο Καρακόστας. «Θα το πληρώσεις. Στο ορκίζομαι.»
Η Ιωάννα διέγραψε τα πάντα και μπλόκαρε τους αριθμούς. Στο διαμέρισμα επικρατούσε απόλυτη ησυχία· μόνο ο απόηχος της πόλης περνούσε από το μισάνοιχτο παράθυρο. Έφτιαξε χαμομήλι και κάθισε με το τάμπλετ στα γόνατα. Παρά τα όσα είχαν συμβεί, δεν άντεχε την ιδέα η μητέρα της να βρεθεί πίσω από τα κάγκελα. Χρειαζόταν έναν ικανό δικηγόρο.
Μια ώρα αργότερα το κουδούνι ήχησε απότομα. Κοίταξε από το ματάκι και είδε τον Στέφανο. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο, οι κινήσεις του ασυντόνιστες· είχε πιει.
— Άνοιξε! — φώναζε, χτυπώντας δυνατά την πόρτα. — Ξέρω ότι είσαι μέσα!
Η Ιωάννα απομακρύνθηκε σιωπηλά και κάλεσε την αστυνομία.
— Κατέστρεψες τα πάντα! Εξαιτίας σου θα φυλακίσουν τη μάνα! Θα χάσω τα πάντα!
Τα χτυπήματα δυνάμωναν· κάποια στιγμή ακούστηκε σαν να κλοτσούσε την πόρτα.
— Δεν θα ξεφύγεις! Θα σε κάνω να το μετανιώσεις!
Περίπου ένα τέταρτο αργότερα περιπολικό έφτασε στην πολυκατοικία. Οι αστυνομικοί τον απομάκρυναν ενώ εκείνος συνέχιζε να ωρύεται και να εκτοξεύει απειλές. Πόρτες άνοιγαν διστακτικά, γείτονες παρακολουθούσαν ψιθυρίζοντας.
Η δικαστική διαδικασία διήρκεσε τρεις μήνες. Κατά τη διάρκειά της αποκαλύφθηκαν και άλλα: ο Στέφανος είχε πλαστογραφήσει εξουσιοδοτήσεις, επιχειρώντας να μεταβιβάσει ακίνητα που δεν του ανήκαν. Οι πράξεις δεν ολοκληρώθηκαν μόνο επειδή εντοπίστηκαν λάθη στα έγγραφα την τελευταία στιγμή.
Η μητέρα τους παρουσιαζόταν καταβεβλημένη. Επέμενε πως αγνοούσε τα πάντα, ότι ο γιος της την είχε διαβεβαιώσει πως επρόκειτο για νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα. Ισχυριζόταν ακόμη ότι ήθελε να τον στηρίξει μετά από έναν «δύσκολο χωρισμό».
— Ποιον χωρισμό; — ρώτησε ο εισαγγελέας. — Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο κύριος Καρακόστας δεν έχει τελέσει ποτέ γάμο.
Η γυναίκα τον κοίταξε αποσβολωμένη.
— Μα… μου είπε για τη Θεοδώρα Γιαννοπούλου… Ότι είχαν πάρει διαζύγιο πριν έναν χρόνο…
— Δεν υπήρξε καμία Θεοδώρα, — παρενέβη η Ιωάννα, αδυνατώντας να συγκρατηθεί. — Ο Στέφανος επινόησε ολόκληρη ιστορία για να προκαλέσει οίκτο και να αποσπάσει χρήματα.
