«Εσύ θα φύγεις. Σήμερα» — είπε η Αριάδνη γαλήνια, βάζοντάς του προθεσμία μιας ώρας

Αξιοθαύμαστη ηρεμία που μετατρέπει πληγή σε δύναμη.
Ιστορίες

Η Αριάδνη Αλεξάνδρου τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί του, σταυρώνοντας ήρεμα τα χέρια.

— Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο; Δεν θυμώνω καν. Αντίθετα… σου οφείλω και μια ευγνωμοσύνη.

Ο Σταύρος την κοίταξε απορημένος.

— Ευγνωμοσύνη;

— Μου έδειξες πως είμαι πολύ πιο δυνατή απ’ όσο πίστευα τόσα χρόνια.

— Και τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;

— Να ζήσω. Εδώ. Στο σπίτι μου. Στον δικό μου χώρο.

Η φωνή της ήταν σταθερή.

— Ίσως ήρθε η στιγμή να ασχοληθώ με όσα ανέβαλλα πάντα. Με όσα φοβόμουν να ξεκινήσω. Τώρα θα έχω χρόνο για μένα.

— Και ο Προκόπιος; — ρώτησε εκείνος, προσπαθώντας να βρει στήριγμα.

— Ο Προκόπιος είναι είκοσι ενός. Δεν είναι παιδί πια. Μπορεί μόνος του να καταλάβει ποιος από τους δυο μας στάθηκε τίμιος και ποιος όχι.

Ο Σταύρος σηκώθηκε και άρχισε να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα.

— Αριάδνη… ίσως θα μπορούσαμε να βρούμε μια λύση. Να σου δώσω μια αποζημίωση.

— Για ποιο πράγμα ακριβώς; — απόρησε ειλικρινά.

— Για το διαμέρισμα. Για τα χρόνια που περάσαμε μαζί.

Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της.

— Δηλαδή σκοπεύεις να “αγοράσεις” το σπίτι μου για να εγκαταστήσεις εδώ την καινούργια σου σχέση;

— Μην το θέτεις έτσι…

— Και πώς να το θέσω; Μου προτείνεις χρήματα για να φύγω οικειοθελώς και να σου αδειάσω τη γωνιά;

Γέλασε. Όχι ειρωνικά. Ούτε με οργή. Σαν να είχε μόλις καταλάβει κάτι απλό.

— Ξέρεις; Παλιά ίσως να το δεχόμουν. Από λύπηση για σένα. Θα έλεγα μέσα μου «δεν είναι κακός, απλώς ερωτεύτηκε». Θα μάζευα τα πράγματά μου, θα πήγαινα στην αδελφή μου και στο τέλος θα σου ζητούσα και συγγνώμη που δεν στάθηκα αρκετή.

Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.

— Τώρα όμως βλέπω καθαρά. Με θεωρούσες βολική. Μια ήσυχη, αφελή γυναίκα που θα κατάπινε τα πάντα.

Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια.

— Έκανες λάθος.

— Δηλαδή δεν πρόκειται να φύγεις;

— Όχι. Εσύ θα φύγεις. Σήμερα. Και θα πάρεις μόνο ό,τι σου ανήκει.

— Κι αν αρνηθώ;

Το βλέμμα της ήταν γαλήνιο· η ηρεμία ανθρώπου που έχει συμφιλιωθεί με τη δύναμή του.

— Τότε αύριο η Ηλέκτρα θα μάθει ότι ο “ελεύθερος” άντρας της είναι ακόμη παντρεμένος. Και θα ακούσει και το σχέδιο που είχες για το σπίτι. Λες να της αρέσει;

Εκείνος σώπασε.

— Έχεις μία ώρα, — πρόσθεσε. — Στις πέντε έρχονται οι φίλες μου. Δεν θα ήθελα κοινό για το τέλος αυτής της παράστασης.

Πήρε το ψεκαστήρι από το περβάζι και άρχισε να δροσίζει τα φυτά. Το νερό έπεφτε απαλά πάνω στα φύλλα, σπάζοντας τη βαριά σιωπή. Μόνο το τρίξιμο του πατώματος πρόδιδε τις κινήσεις του άντρα που ετοίμαζε βαλίτσα.

Η Αριάδνη χάιδεψε με το βλέμμα τη μωβ βιολέτα της και χαμογέλασε.

Τώρα, πραγματικά, ξεκινούσε η δική της ζωή.

Ψίθυροι Ζωής