«Εσύ θα φύγεις. Σήμερα» — είπε η Αριάδνη γαλήνια, βάζοντάς του προθεσμία μιας ώρας

Αξιοθαύμαστη ηρεμία που μετατρέπει πληγή σε δύναμη.
Ιστορίες

— Και το διαμέρισμα; Επενδύσαμε και οι δυο σε αυτό. Το ανακαινίσαμε, το επιπλώσαμε από την αρχή…

Η Αριάδνη σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της και τον κοίταξε ευθεία.

— Ανακαίνιση; Εννοείς εκείνη που έκανε ο πατέρας μου με τα ίδια του τα χέρια, χωρίς να ζητήσει ούτε ένα ευρώ; Ή μιλάς για τα έπιπλα που πληρώθηκαν από τον δικό μου μισθό, όσο εσύ «αναζητούσες τον δρόμο σου»;

— Πάντα εργαζόμουν! — αντέτεινε ο Σταύρος.

— Δούλευες, ναι. Μόνο που ο δικός σου μισθός εξαφανιζόταν πάνω σου, ενώ τα έξοδα του σπιτιού τα κάλυπτα εγώ. Θυμάσαι πώς το δικαιολογούσες; «Ο άντρας πρέπει να έχει δικά του χρήματα για να σέβεται τον εαυτό του».

Εκείνος σώπασε.

— Θυμάμαι επίσης όταν μου έλεγες ότι δεν είσαι έτοιμος για παιδιά. Κι όταν γεννήθηκε ο Προκόπιος, παραδεχόσουν πως η πατρότητα σε τρόμαζε. Τώρα, όμως, μπροστά σε όλους, παρουσιάζεσαι ως υπόδειγμα στοργικού πατέρα.

— Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τώρα;

— Έχουν, γιατί δείχνουν πως η απόφασή σου δεν πάρθηκε χθες. Ούτε την περασμένη εβδομάδα. Την είχες πάρει καιρό πριν.

Άφησε το μαχαίρι στον πάγκο και γύρισε ολόκληρη προς το μέρος του.

— Πες μου, Σταύρο… αρέσει στην Ηλέκτρα το σπίτι; Ή σκέφτεστε να βρείτε κάτι καινούργιο;

Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.

— Ποια Ηλέκτρα;

— Αυτή με την οποία ανταλλάσσεις μηνύματα εδώ και έξι μήνες. Οκτώ χρόνια στην εταιρεία σου, χωρίς παιδιά — αν και θα ήθελε πολύ. Κάνω λάθος;

— Με παρακολουθούσες;

— Δεν χρειαζόταν. Τα έλεγες όλα μόνος σου. Θυμάσαι εκείνο το βράδυ πριν τρεις εβδομάδες; Γύρισες ενθουσιασμένος και μου μιλούσες για μια συνάδελφο. «Τόσο έξυπνη, με προοπτικές», έλεγες. Την επόμενη μέρα αγόρασες καινούργιο πουκάμισο, χωρίς προφανή λόγο.

Σκούπισε τα χέρια της με την πετσέτα, ήρεμη.

— Άρχισες να κάνεις ντους τα πρωινά, ενώ πάντα προτιμούσες τα βράδια. Πήρες καινούργιο άρωμα. Γράφτηκες σε γυμναστήριο για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια.

— Αριάδνη…

— Και τώρα κουβαλάς το κινητό ακόμη και στο μπάνιο. Παλιά το άφηνες όπου να ’ναι. Χαμογελάς διαρκώς κοιτάζοντας την οθόνη, σαν έφηβος.

Το ρολόι του φωτίστηκε από ειδοποίηση. Εκείνος κοίταξε αντανακλαστικά και ύστερα έκρυψε τον καρπό του.

— Σου έγραψε η Ηλέκτρα; — ρώτησε εκείνη σχεδόν αδιάφορα.

Ο Σταύρος κάθισε βαριά στην καρέκλα.

— Δεν το είχα σχεδιάσει…

— Τι ακριβώς; Να ερωτευτείς ή να αποκαλυφθείς;

— Ξεκίνησε τυχαία. Μιλούσαμε στη δουλειά και μετά…

— Και μετά αποφάσισες πως θα ήταν πιο βολικό να φύγω εγώ. Έτσι μένεις στο σπίτι, κρατάς ανέπαφη τη φήμη σου — «η σύζυγος έφυγε μόνη της» — και με την Ηλέκτρα μπορείτε να ξεκινήσετε μια καινούργια, καθαρή σχέση.

Ψίθυροι Ζωής