— Με τα χρήματα που μου είχε δώσει η μητέρα μου πριν καν παντρευτούμε, — συνέχισε η Αριάδνη Αλεξάνδρου με σταθερή φωνή. — Το θυμάσαι; Πούλησε το μικρό της δωμάτιο και μου είπε: «Αυτό είναι για το αύριό σου».
Έτσι χτίστηκε το αύριο μας. Τουλάχιστον έτσι πίστευα τότε.
Ο Σταύρος Διαμαντόπουλος έμεινε άφωνος.
— Και το ακίνητο πέρασε στο δικό μου όνομα. Εκείνη την περίοδο δεν εργαζόσουν πουθενά· ακόμη έψαχνες τον δρόμο σου. Για να εγκριθεί το δάνειο, η τράπεζα ζήτησε αποδείξεις εισοδήματος. Τα είχα μόνο εγώ.
Τώρα σου έρχεται στο μυαλό;
— Μα… είχαμε συμφωνήσει…
— Συμφωνήσαμε πως θα ήταν κοινό. Και έτσι το αντιμετώπισα. Μέχρι τη στιγμή που αποφάσισες να το «μοιράσεις» στα δύο.
Η Αριάδνη κάθισε ξανά, πήρε το φλιτζάνι της. Ο καφές είχε παγώσει, όμως ήπιε μια γουλιά σαν να μην την ένοιαζε.
— Ξέρεις κάτι, Σταύρο; Μάλλον έχεις δίκιο. Ίσως ο χωρισμός να είναι η μόνη καθαρή λύση.
— Το λες σοβαρά; — ανασηκώθηκε απότομα, μια σπίθα ελπίδας και φόβου μαζί στα μάτια του.
— Απόλυτα. Θέλεις μια καινούρια αρχή; Ας την κάνουμε σωστά. Εγώ θα μείνω εδώ — στο σπίτι που μου ανήκει. Κι εσύ θα βρεις αλλού στέγη. Με δικά σου χρήματα. Για τον εαυτό σου.
— Αριάδνη, μπορούμε να το συζητήσουμε πιο… ανθρώπινα.
Χαμογέλασε αχνά.
— Δεν είναι ανθρώπινο αυτό; Ζήτησες ελευθερία. Σου τη δίνω ολόκληρη.
Κάθισε απέναντί της. Το καλοσιδερωμένο του πουκάμισο, που πριν λίγο φορούσε με αυτοπεποίθηση, τώρα έμοιαζε σχεδόν γελοίο.
— Δεν έχω τώρα λεφτά για άλλο σπίτι…
— Κι εγώ δεν έχω καμία πρόθεση να σε συντηρώ. Εσύ δεν είπες πως είμαστε ενήλικες;
— Νόμιζα πως θα το λύναμε ήρεμα…
— Ήρεμα το λύνουμε. Δεν φωνάζει κανείς, δεν γίνεται σκηνή. Απλώς ο καθένας παίρνει αυτό που επέλεξε. Εσύ ήθελες να φύγω. Τελικά θα φύγεις εσύ. Πού είναι η αδικία;
Σηκώθηκε, πήγε στον νεροχύτη και άφησε το φλιτζάνι κάτω. Στην οθόνη του κινητού της αναβόσβηνε ειδοποίηση για την παραγγελία τροφίμων που είχε κανονίσει από χθες.
— Χρειάζομαι χρόνο να το σκεφτώ, — μουρμούρισε εκείνος.
— Φυσικά, — αποκρίθηκε ήρεμα, ξεπλένοντας το φλιτζάνι. — Μόνο μην το παρατείνεις. Το απόγευμα θα έρθουν οι φίλες μου και δεν θα ήθελα να κάνουμε μπροστά τους οικογενειακή αποτίμηση.
Ο Σταύρος κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Εκείνη άκουσε χαμηλές, νευρικές κουβέντες στο τηλέφωνο. Στο μεταξύ παρέλαβε τα ψώνια και άρχισε να κόβει λαχανικά.
Οι κινήσεις της ήταν αργές, σχεδόν τελετουργικές, σαν να τακτοποιούσε μέσα της σκέψεις και αποφάσεις.
Μισή ώρα αργότερα εμφανίστηκε ξανά στην κουζίνα.
— Αριάδνη, μήπως βιαζόμαστε; Ας το ξαναδούμε από την αρχή.
— Τι ακριβώς να ξαναδούμε; — απάντησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τον πάγκο. — Εσύ πήρες την απόφαση. Εγώ την αποδέχτηκα. Πιο ξεκάθαρο δεν γίνεται.
