Όταν ο Σταύρος Διαμαντόπουλος της είπε: «Πρέπει να χωρίσουμε», εκείνη αποκρίθηκε ατάραχα: «Εντάξει. Τότε θα φύγεις εσύ.»
Η Αριάδνη Αλεξάνδρου είχε ήδη προσέξει πως φορούσε το καλύτερό του πουκάμισο — εκείνο το κρεμ που είχαν διαλέξει μαζί για τα περσινά του γενέθλια. Είχε βάλει και τα καινούργια του παπούτσια. Ακόμη και μανικετόκουμπα. Κυριακή πρωί, μέσα στο ίδιο του το σπίτι, κι όμως ντυμένος σαν να πήγαινε σε δεξίωση.
— Αριάδνη, πρέπει να μιλήσουμε, είπε χωρίς να την κοιτά, καρφώνοντας το βλέμμα του στο παράθυρο.
Εκείνη ακούμπησε προσεκτικά το φλιτζάνι του καφέ στο τραπέζι. Η καρδιά της σκόνταψε για μια στιγμή, όχι όμως από φόβο. Περισσότερο από περιέργεια. Ήταν φανερό πως ο Σταύρος είχε προετοιμαστεί. Σαν να επρόκειτο για μια σκηνή που είχε προβάρει.
Τότε το κατάλαβε: περίμενε δάκρυα, ικεσίες, ίσως μια έκρηξη. Αντί γι’ αυτό, την πλημμύρισε μια απρόσμενη γαλήνη.

— Νομίζω πως ήρθε η ώρα να τραβήξουμε χωριστούς δρόμους, συνέχισε. — Είμαστε ώριμοι άνθρωποι. Ξέρουμε και οι δύο ότι αυτό τελείωσε.
— Το ξέρουμε; επανέλαβε εκείνη, ακούγοντας τη φωνή της ήρεμη, σχεδόν ουδέτερη.
Γύρισε και την κοίταξε. Η έκφρασή του πρόδιδε αμηχανία — δεν ήταν αυτή η αντίδραση που ανέμενε.
— Τα αισθήματα χάθηκαν. Γιατί να προσποιούμαστε;
Η Αριάδνη έγειρε πίσω στην καρέκλα της. Είκοσι δύο χρόνια γάμου. Ένα παιδί που μεγάλωσαν μαζί. Η εφηβεία του, οι δικές της ανασφάλειες στα σαράντα, όλα περασμένα. Και τώρα, λίγο πριν τα πενήντα, μια καινούργια αρχή — ή ένα τέλος.
— Και πού ακριβώς φαντάζεσαι να πάω; ρώτησε απλά.
— Ίσως να μείνεις για λίγο στην Καλλιόπη Δημόπουλος… ή να νοικιάσεις κάτι. Θα βοηθήσω οικονομικά τον πρώτο καιρό.
Η Καλλιόπη. Η αδελφή του, που ποτέ δεν πίστεψε σε αυτόν τον γάμο. «Θα βοηθήσω». Πόση μεγαλοψυχία.
— Εσύ τι σκοπεύεις να κάνεις;
Φάνηκε να αιφνιδιάζεται.
— Δεν έχω αποφασίσει. Ίσως πουλήσω το διαμέρισμα και πάρω κάτι μικρότερο.
— Το διαμέρισμα; Αυτό εδώ;
— Ναι, φυσικά. Γιατί;
Σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Εκείνος έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω. Κάτω στον δρόμο μαθητές με σακίδια κατευθύνονταν προς το σχολείο· η νέα σχολική χρονιά είχε αρχίσει. Η ζωή συνέχιζε αδιάφορη.
— Σταύρο, θυμάσαι σε ποιο όνομα είναι γραμμένο το σπίτι;
— Στο δικό μου, φυσικά. Τι ερώτηση είναι αυτή;
Η Αριάδνη γύρισε αργά προς το μέρος του.
— Στο δικό σου; Είσαι απόλυτα βέβαιος;
Για πρώτη φορά το πρόσωπό του σκοτείνιασε από αμφιβολία.
— Μα… φυσικά. Από παλιά το έχουμε τακτοποιήσει…
Και εκεί, μέσα στη σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους, άρχισε να ξετυλίγεται μια αλήθεια που ο Σταύρος δεν είχε υπολογίσει.
