Ο Κυριάκος Γεωργιάδης έμεινε ακίνητος, με το στόμα μισάνοιχτο. Η επιτηδευμένη, σχεδόν «εμπνευσμένη» στάση που κρατούσε πριν, κατέρρευσε σε μια στιγμή, αφήνοντάς τον να μοιάζει με αμήχανο έφηβο που τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω. Η Ευαγγελία Ανδρέου κοκκίνισε από οργή· η αναπνοή της έβγαινε κοφτή, σαν να την έσφιγγε αόρατο χέρι στον λαιμό. Πήγε να μιλήσει, να υψώσει τη φωνή της, όμως η Αλεξάνδρα Σπυροπούλου δεν της παραχώρησε ούτε δευτερόλεπτο.
Δεν μπήκε ξανά σε αντιπαράθεση. Δεν επιχείρησε να εξηγήσει. Κάτι μέσα της είχε οριστικά μετακινηθεί, σαν να κάηκε ένας διακόπτης που μέχρι τότε τροφοδοτούσε την υπομονή, την ευγένεια, την προσδοκία. Χωρίς λέξη, γύρισε την πλάτη και βγήκε από την κουζίνα. Το βήμα της ήταν σταθερό, μετρημένο, απαλλαγμένο από υστερία ή βιασύνη. Ο Κυριάκος και η Ευαγγελία αντάλλαξαν ένα βλέμμα γεμάτο σύγχυση και μια αδιόρατη ανησυχία.
Έπειτα από λίγο, η Αλεξάνδρα επέστρεψε κρατώντας από το χερούλι μια μεγάλη, σκούρα μπλε βαλίτσα με ροδάκια — εκείνη που είχαν πάρει μαζί τους στο ταξίδι του μέλιτος. Την ακούμπησε μπροστά τους, ανάμεσα στο τραπέζι και τα παγωμένα τους σώματα, με έναν βαρύ, πνιχτό ήχο.
Χωρίς να τους κοιτάξει, ξεκούμπωσε τα κλιπ και άνοιξε το καπάκι. Το άδειο εσωτερικό της χάσκηκε μπροστά τους, σαν σιωπηλή δήλωση που δεν σήκωνε παρερμηνείες.
— Αλεξάνδρα… τι κάνεις; — κατάφερε να ψελλίσει ο Κυριάκος, βρίσκοντας ξανά τη φωνή του. Εκείνη όμως είχε ήδη στραφεί προς τη ντουλάπα όπου κρέμονταν τα πανωφόρια του. Πρώτο κατέληξε μέσα το ακριβό κασμιρένιο παλτό — δώρο δικό της για τα τελευταία του γενέθλια.
— Για την αναζήτηση του εαυτού σου μέσα στην «άγρια πραγματικότητα», — είπε με φωνή επίπεδη, μεταλλική. — Βοηθά να μη ξεπαγιάζεις όταν κάνεις μεγάλες σκέψεις.
Άνοιξε έπειτα το συρτάρι της συρταριέρας και έβγαλε έναν σωρό καλοσιδερωμένα πουκάμισα. Τα πέταξε μέσα ένα-ένα, τσαλακώνοντάς τα χωρίς δεύτερη σκέψη.
— Αυτά για τις συνεντεύξεις. Για τον ρόλο του οραματιστή, του σωτήρα, του πνευματικού καθοδηγητή. Μπορεί να μη ζητούν συγκεκριμένο ντύσιμο σε τέτοιες «θέσεις», αλλά ας υπάρχει μια επίφαση σοβαρότητας.
Ο Κυριάκος την κοιτούσε έντρομος. Δεν επρόκειτο για απλή τακτοποίηση πραγμάτων.
Ήταν τελετουργική αποκαθήλωση.
Μεθοδικά, απογύμνωνε κάθε αντικείμενο από το συναίσθημα που κουβαλούσε. Ό,τι άλλοτε συμβόλιζε κοινές στιγμές, τώρα περιοριζόταν στη χρηστική του αξία.
— Σταμάτα! Αλεξάνδρα, σου λέω, φτάνει! — προσπάθησε να της πιάσει το χέρι. Εκείνη το τράβηξε απότομα, σαν να είχε αγγίξει κάτι μολυσμένο.
Πλησίασε τη βιβλιοθήκη. Τα βιβλία του — αυτοβελτίωσης, φιλοσοφίας, αναζητήσεων περί «σκοπού ζωής» — τα σάρωσε με μια κίνηση και τα άφησε να πέσουν πάνω στα ρούχα.
— Και η πνευματική τροφή, φυσικά. Θα σου χρειαστεί στον δρόμο. Περισσότερο κι από την υλική. Γιατί, όπως πληροφορήθηκα, την υλική οφείλει να την εξασφαλίζει κάποιος άλλος.
Η Ευαγγελία, συνέρχοντας από το αρχικό σοκ, όρμησε προς το μέρος της.
— Έχεις χάσει τα λογικά σου; Αυτά είναι δικά του!
— Ήταν, — απάντησε κοφτά η Αλεξάνδρα. — Από εδώ και πέρα είναι η αποσκευή σας.
Πήρε τον φορητό του υπολογιστή και τον τοποθέτησε προσεκτικά στη θήκη του μέσα στη βαλίτσα.
— Εργαλείο για να ανακαλύψεις την αποστολή σου. Ή για να βλέπεις σειρές. Αναλόγως του επιπέδου διαφώτισης.
Τελευταία μπήκαν τα παπούτσια του, πέφτοντας βαριά. Έκλεισε το καπάκι με δύναμη, ασφάλισε τα κουμπώματα και τράβηξε το χερούλι. Με μια αποφασιστική κίνηση έσυρε τη βαλίτσα και την άφησε να σταματήσει λίγα εκατοστά μπροστά από τα πόδια της Ευαγγελίας.
Ύψωσε το σώμα της και τους κοίταξε αργά. Στο βλέμμα της δεν υπήρχε πια ούτε πληγή ούτε δισταγμός — μόνο μια ψυχρή, εξαντλημένη καθαρότητα. Στάθηκε απέναντι στην πεθερά της.
— Εσείς λέγατε πως ο γιος σας είναι προικισμένος. Ορίστε. Πάρτε το ταλέντο του μαζί σας. Εγώ χόρτασα. Αν δεν σας ικανοποιεί, απευθυνθείτε στον… κατασκευαστή.
Χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε και έφυγε από την κουζίνα.
Ο «χαρισματικός» άντρας έμεινε πίσω, δίπλα στη μητέρα του και στη βαλίτσα που υψωνόταν ανάμεσά τους σαν ταφόπλακα πάνω στα συντρίμμια του γάμου τους. Και στο διαμέρισμα απλώθηκε μια βαριά, αδιαπέραστη σιωπή — μια σιωπή που τίποτε πια δεν θα μπορούσε να μετατρέψει ξανά σε κοινή ζωή.
