— Ελπίδα Ρούσσος, για ποιο λόγο πιστεύετε ότι είναι δική μου υποχρέωση να συντηρώ τον γιο σας; Είναι ο σύζυγός μου, είναι ο άντρας του σπιτιού και εκείνος οφείλει να φροντίζει εμένα — όχι το αντίστροφο! Οπότε, μαζί με την «προστατευτική» σας διάθεση, μπορείτε κάλλιστα να αποχωρήσετε.
— Θαλειά μου, άνοιξε, εγώ είμαι! Σου έφερα φρέσκια πίτα με λάχανο, όπως τη λατρεύει ο Στεφανάκος!
Η φωνή που ακούστηκε πίσω από την πόρτα ήταν ζωηρή, σταθερή, χωρίς το παραμικρό περιθώριο να προσποιηθεί κανείς πως το σπίτι ήταν άδειο. Η Θάλεια Ελευθερίου σκούπισε αργά τα χέρια της στην πετσέτα της κουζίνας και έριξε στον άντρα της μια σύντομη, βαριά ματιά.
Ο Στέφανος Μαρκόπουλος καθόταν σκυφτός στο τραπέζι, καρφωμένος στο φλιτζάνι με τον καφέ που είχε ήδη κρυώσει. Όλη του η στάση απέπνεε τη δραματικότητα ενός παρεξηγημένου δημιουργού που βυθίζεται σε υπαρξιακή δίνη. Το κουδούνισμα της μητέρας του το αντιμετώπισε σαν έναν ακόμη ενοχλητικό θόρυβο του έξω κόσμου, που διακόπτει την εσωτερική του «τραγωδία».
Μόλις η κλειδαριά έκανε το χαρακτηριστικό της κλικ, η Θάλεια φόρεσε ένα ευγενικό χαμόγελο, εμφανώς κατασκευασμένο. Στο κατώφλι στεκόταν η Ελπίδα Ρούσσος — γεροδεμένη, προσεγμένα ντυμένη με ποιοτικό παλτό, με βλέμμα διαπεραστικό και βαρύ. Στο χέρι κρατούσε ένα πακέτο απ’ όπου ξεχυνόταν το γνώριμο, πνιγηρά οικείο άρωμα φρεσκοψημένου φαγητού. Δεν μπήκε απλώς· προχώρησε μέσα σαν να της ανήκε ο χώρος, τυλιγμένη σε μια ατμόσφαιρα αδιαμφισβήτητης αυθεντίας.

— Καλημέρα, Θαλειά. Τι χλωμή που είσαι! Δεν αισθάνεσαι καλά; — ρώτησε, ενώ ήδη έβγαζε το παλτό της και επιθεωρούσε διακριτικά το διαμέρισμα. — Ο Στεφανάκος στην κουζίνα, έτσι; Το φαντάστηκα.
Χωρίς να περιμένει πρόσκληση, κατευθύνθηκε κατευθείαν προς την κουζίνα. Η παρουσία της διέλυσε αμέσως την αυστηρή, σχεδόν αποστειρωμένη τάξη που η Θάλεια διατηρούσε με επιμονή. Οι μεταλλικές επιφάνειες και η λιτή αισθητική του χώρου δεν ταίριαζαν καθόλου με τις επιδεικτικές εκδηλώσεις μητρικής αφοσίωσης. Ο Στέφανος, με μια νωχελική κίνηση, σήκωσε επιτέλους το βλέμμα και της χαμογέλασε αδύναμα.
— Γεια σου, μαμά. Πώς κι από εδώ τόσο νωρίς;
— Για μια μάνα δεν υπάρχει «νωρίς», παιδί μου, — απάντησε εκείνη, τοποθετώντας την πίτα στο τραπέζι σαν να κατέθετε ιερό κειμήλιο. — Έχεις αδυνατίσει. Φαίνεσαι καταπονημένος. Σου έφερα κάτι να πάρεις δύναμη. Φάε όσο είναι ακόμη ζεστό.
Η Θάλεια έβαλε σιωπηλά τον βραστήρα στη φωτιά. Οι κινήσεις της ήταν ήπιες, σχεδόν αθόρυβες, όμως μέσα τους έκρυβαν μια ένταση που πάλλονταν. Ένιωθε σαν ηθοποιός σε έργο που έχει παιχτεί αμέτρητες φορές· γνώριζε κάθε ατάκα πριν καν ειπωθεί.
Πρώτα θα ερχόταν η εισαγωγή: σχόλια για τον καιρό, για συγγενείς που κανείς δεν βλέπει, για τις τιμές στη λαϊκή. Ύστερα, όταν το έδαφος θα είχε μαλακώσει από αυτή την αθώα καθημερινότητα, η Ελπίδα θα περνούσε στο ουσιαστικό θέμα.
— Πάντα πεντακάθαρα τα έχεις, Θαλειά. Για την ακρίβεια, υπερβολικά τακτοποιημένα, — σχολίασε η πεθερά, περνώντας το δάχτυλο πάνω από τον πάγκο και διαπιστώνοντας με ικανοποίηση πως δεν υπήρχε ίχνος σκόνης. — Όμως το σπίτι θέλει και λίγη θαλπωρή. Ένας άντρας χρειάζεται ζεστασιά, ειδικά όταν περνά δύσκολη φάση.
Η Θάλεια ακούμπησε μπροστά της ένα φλιτζάνι.
— Τσάι θα πιείτε; Μαύρο ή πράσινο;
— Μαύρο, όπως πάντα. Στεφανάκο, πάρε τουλάχιστον ένα κομμάτι. Είναι ακόμα ζεστό. Δεν τρως τίποτα τελευταία, μου ραγίζει την καρδιά.
Έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του με στοργή. Ο Στέφανος αναστέναξε επιδεικτικά, πήρε την πίτα στα χέρια του, αλλά δεν δοκίμασε ούτε μπουκιά. Την περιεργαζόταν σαν να κρατούσε φιλοσοφικό σύμβολο κι όχι ένα απλό κομμάτι ζύμης με γέμιση.
— Δεν είναι ώρα για φαγητό, μαμά. Σκέφτομαι…
Η λέξη-κλειδί. Το σήμα εκκίνησης. Η Θάλεια είδε την πεθερά της να ανασυντάσσεται ακαριαία, να συγκεντρώνει όλη της την προσοχή. Το πρόσωπο της Ελπίδας μαλάκωσε και πήρε εκείνη την έκφραση συμπονετικής κατανόησης που είχε τελειοποιήσει με τα χρόνια.
— Βλέπεις, Θαλειά μου, ο άνθρωπος καμιά φορά κλείνεται μέσα του, ψάχνεται. Μια δημιουργική ψυχή δεν μπορεί να ζει μηχανικά, από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται χρόνο για να επαναπροσδιοριστεί, να βρει νέο προσανατολισμό. Και τότε, περισσότερο από ποτέ, έχει ανάγκη τη στήριξη των δικών του. Η γυναικεία σοφία φαίνεται όταν στέκεται δίπλα στον άντρα της στις δυσκολίες, όταν τον κατανοεί και τον αποδέχεται…
Μιλούσε χαμηλόφωνα, απαλά, σαν να τύλιγε το δωμάτιο με ένα ζεστό αλλά ασφυκτικό πέπλο. Ο Στέφανος την άκουγε με ύφος θυσιασμένου ήρωα, επικυρώνοντας σιωπηλά κάθε της λέξη. Η Θάλεια γέμισε τα φλιτζάνια με το καυτό νερό, κρατώντας το βλέμμα της χαμηλωμένο, ενώ από την πορσελάνη άρχισε να υψώνεται μια λεπτή, σχεδόν αδιόρατη στήλη ατμού.
