«Δέκα χρόνια από τη ζωή μου δεν τα πέταξα έτσι!» — ούρλιαξε απαιτώντας το μισό του διαμερίσματος

Ο μικρόψυχος υπολογισμός αποκάλυψε ανεπανόρθωτη υποκρισία.
Ιστορίες

Και τότε συνειδητοποίησε κάτι ακόμη πιο σκληρό: τώρα που ο Σπυρίδων Ράπτης είχε αποφασίσει να «κλείσει» αυτό το κεφάλαιο της ζωής του και να περάσει στο επόμενο, επέστρεφε για να εισπράξει το αντίτιμο. Σαν να απαιτούσε αποζημίωση από μια επιχείρηση που διαλύεται. Ήθελε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένα «χρυσό αλεξίπτωτο» επειδή υπήρξε σύζυγός της επί δέκα χρόνια.

Ίσως να είχε περάσει και μία ολόκληρη ώρα στο παγκάκι. Η βροχή δυνάμωνε, τα ρούχα της είχαν αρχίσει να βαραίνουν, όμως εκείνη δεν έδινε σημασία. Μέσα της, η συναισθηματική αναστάτωση υποχωρούσε και τη θέση της έπαιρνε μια ψυχρή, επαγγελματική διαύγεια. Ήταν νομικός. Και ήξερε καλά πως αυτή η σύγκρουση δεν έπρεπε να δοθεί στο πεδίο των ενοχών και των συναισθηματικών εκβιασμών — εκεί όπου ο Σπυρίδων πάντοτε την παγίδευε με ευκολία. Η μάχη έπρεπε να μεταφερθεί στο έδαφος που η ίδια γνώριζε καλύτερα: στον νόμο, στα αποδεικτικά στοιχεία, στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα.

Μόλις επέστρεψε στο σπίτι, πριν καν αλλάξει ρούχα, πήρε τηλέφωνο τον δικηγόρο που χειριζόταν το διαζύγιό της.

— Κύριε Φώτιε Χατζηκωνσταντίνου, καλησπέρα. Η Δήμητρα Παυλίδου είμαι. Προέκυψε κάτι νέο. Ο πρώην σύζυγός μου αξιώνει το μισό διαμέρισμα που είχα αποκτήσει πριν τον γάμο.

Στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε για λίγα δευτερόλεπτα σιωπή.

— Με ποια νομική βάση; — ρώτησε τελικά.

— Επικαλείται τη… «συνείδησή» μου. Και το ότι «υπολόγιζε στο μερίδιό του», — απάντησε η Δήμητρα, και για πρώτη φορά η φωνή της είχε μια κοφτερή ειρωνεία.

— Κατανοητό, — αποκρίθηκε ο δικηγόρος με έναν βαρύ αναστεναγμό. — Να προετοιμαστείτε. Νομικά δεν έχει έρεισμα, άρα θα επιχειρήσει να σας εξαντλήσει ψυχολογικά.

Η εκτίμησή του αποδείχθηκε απολύτως ακριβής. Την επόμενη κιόλας ημέρα ξεκίνησε η επίθεση. Πρώτος τηλεφώνησε ο ίδιος ο Σπυρίδων. Ο τόνος του είχε αλλάξει· καμία οργή, καμία ένταση. Αυτή τη φορά επένδυε στον οίκτο.

— Δήμητρα, χθες παρασύρθηκα. Ήμουν φορτισμένος. Προσπάθησε όμως να με καταλάβεις. Δεν μου έχει μείνει τίποτα. Εσύ ζεις άνετα… Δεν σου περισσεύει λίγη κατανόηση; Δεν είμαστε ξένοι.

Εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να απαντήσει. Λίγο αργότερα χτύπησε ξανά. Ήταν η μητέρα του.

— Δημητρούλα μου, τι είναι όλα αυτά; — θρηνούσε. — Ο Σπύρος μου τα είπε όλα! Θα τον πετάξεις έξω με μια βαλίτσα; Δεν είναι τυχαίος άνθρωπος για σένα! Έδωσε την ψυχή του σ’ εκείνο το σπίτι! Έβαλε μέχρι και ράφι στο μπάνιο!

Το «ράφι». Αυτό το ταπεινό ράφι μετατράπηκε ξαφνικά σε σύμβολο των δήθεν «ουσιωδών βελτιώσεων» που είχε πραγματοποιήσει.

Η Δήμητρα, όσο πιο ήρεμα μπορούσε, εξήγησε πως το διαμέρισμα αποτελούσε αποκλειστικά δική της περιουσία και πως ο γιος της ήταν εκείνος που είχε επιλέξει να φύγει.

— Άκαρδη είσαι! — ήταν η ετυμηγορία πριν κλείσει απότομα η γραμμή.

Σύντομα η πίεση μεταφέρθηκε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο Σπυρίδων άρχισε να δημοσιεύει αινιγματικά κείμενα, που όμως για τον κοινό τους κύκλο ήταν απολύτως σαφή. «Τρομακτικό πώς, όταν τελειώνει η αγάπη, ξεχνιούνται όλα και μένεις στον δρόμο», έγραφε. Ή: «Υπάρχουν άνθρωποι που μετρούν τις σχέσεις σε τετραγωνικά μέτρα».

Δεν επρόκειτο για αυθόρμητα ξεσπάσματα. Ήταν μια μεθοδική προσπάθεια φθοράς. Ήθελε να πλήξει την εικόνα της, να την παρουσιάσει ως άπληστη και άσπλαχνη, ώστε η «δίκαιη» απαίτησή του για το μισό σπίτι να φανεί λογική.

Η Δήμητρα δεν αντέδρασε δημόσια. Κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της, αποθήκευε κάθε ανάρτηση, κρατούσε στιγμιότυπα οθόνης, κατέγραφε τα πάντα. Παράλληλα, βυθίστηκε στα αρχεία μιας δεκαετίας έγγαμου βίου. Τραπεζικές κινήσεις, αποδείξεις, συμβόλαια — όλα πέρασαν από τα χέρια της. Για μία εβδομάδα σχεδόν δεν κοιμήθηκε, συντάσσοντας την πιο λεπτομερή οικονομική αποτύπωση που είχε κάνει ποτέ. Δεν ήταν απλώς ένας πίνακας αριθμών· ήταν η ιστορία του γάμου τους μεταφρασμένη σε στοιχεία και ημερομηνίες.

Η δικάσιμος ορίστηκε δύο μήνες αργότερα. Μέχρι τότε ζούσε σαν να βρισκόταν σε πολιορκία, μα δεν λύγισε.

Στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο Σπυρίδων καθόταν απέναντί της, δίπλα στον συνήγορό του, με έκφραση αυτάρεσκης βεβαιότητας. Ο δικηγόρος του σηκώθηκε και άρχισε να αναπτύσσει τις αξιώσεις της αγωγής του, διαβάζοντας με έμφαση το σκεπτικό πάνω στο οποίο στηριζόταν η διεκδίκησή τους.

Ψίθυροι Ζωής