«Έχω ήδη καταθέσει αίτηση διαζυγίου» — είπε η Άρτεμις ψύχραιμα και σηκώθηκε για να φύγει

Μια θαρραλέα και δικαιωμένη απόφαση.
Ιστορίες

Η Άρτεμις Αντωνίου ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι της.

– Πόσο δηλαδή; – ρώτησε ήρεμα.

Η Μελίνα Χριστοδούλου έκανε πως υπολογίζει.

– Ας πούμε… τρεις χιλιάδες τον μήνα είναι υπεραρκετά. Δεν χρειάζεσαι και παραπάνω. Από τη δουλειά στο σπίτι και πάλι πίσω, δεν έχεις και ιδιαίτερες εξόδους.

Η Άρτεμις έκανε τον υπολογισμό στο μυαλό της. Τρεις χιλιάδες από τις εξήντα που έφερνε κάθε μήνα. Ουσιαστικά ένα μικρό κλάσμα του μισθού της.

– Πραγματικά γενναιόδωρο, – σχολίασε χωρίς ίχνος έκφρασης.

Η πεθερά της χαμογέλασε ικανοποιημένη, δίχως να αντιληφθεί τον υπόγειο τόνο.

– Βλέπεις; Πάντα φροντίζω για όλους. Και στον Ανδρέα Σιδέρη δίνω χαρτζιλίκι. Εκείνος βέβαια χρειάζεται κάτι παραπάνω – είναι άντρας, έχει επαγγελματικές συναντήσεις, έξοδα εκπροσώπησης…

– Μαμά, δεν χρειάζεται… – μουρμούρισε αμήχανα ο Ανδρέας.

– Σώπα, παιδί μου. Ξέρω τι λέω. Εσύ είσαι ο στυλοβάτης του σπιτιού.

Η Άρτεμις κοίταξε τον σύζυγό της. Ο «στυλοβάτης» που παρέδιδε κάθε ευρώ στη μητέρα του και, στα τριανταπέντε του, έπαιρνε χαρτζιλίκι από εκείνη. Κατέβασε το βλέμμα και συνέχισε το φαγητό της χωρίς άλλη κουβέντα.

Περίπου έναν μήνα αργότερα, τα δεδομένα ανατράπηκαν. Στη δουλειά της της πρότειναν προαγωγή. Νέα θέση, αυξημένες ευθύνες και αποδοχές σχεδόν διπλάσιες. Η προϊσταμένη της, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα με καθαρό μυαλό και αυστηρή ματιά, την κάλεσε στο γραφείο μετά από μια σύσκεψη.

– Άρτεμις Αντωνίου, έχεις αποδείξει την αξία σου. Θέλω όμως να είμαι ειλικρινής: η θέση αυτή δεν σημαίνει μόνο περισσότερα χρήματα. Θα έχεις ταξίδια, ευέλικτο ωράριο, μεγαλύτερη πίεση. Αντέχεις;

– Αντέχω, – απάντησε σταθερά.

– Και στο σπίτι; Ο άντρας σου θα το δεχτεί;

Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

– Στο σπίτι θα το υποδεχτούν με χαρά.

Το ίδιο βράδυ, στο τραπέζι, ανακοίνωσε τα νέα. Η Μελίνα σχεδόν έλαμψε.

– Τι ευχάριστη εξέλιξη! Μπράβο σου, Άρτεμις! Το κοινό μας ταμείο θα ανασάνει επιτέλους!

– Ανασάνει και με το παραπάνω, – συμφώνησε εκείνη.

– Δηλαδή πόσα θα παίρνεις τώρα;

– Εκατόν είκοσι χιλιάδες.

Η Μελίνα παραλίγο να πνιγεί με το τσάι της.

– Πόσα είπες;

– Εκατόν είκοσι. Μαζί με τα μπόνους και τα έξοδα μετακινήσεων.

Στο βλέμμα της πεθεράς της άστραψε μια άπληστη λάμψη. Ήδη σχεδίαζε ανακαινίσεις, καινούργια έπιπλα, ίσως κι ένα μικρό ταξίδι σε κάποιο λουτρόπολη.

– Καταπληκτικά! Ανδρέα, το ακούς; Η γυναίκα σου κάνει άλματα!

Ο Ανδρέας ένευσε. Στο πρόσωπό του διαγραφόταν θαυμασμός αλλά και μια σκιά ανησυχίας. Δεν είχε φανταστεί ποτέ την Άρτεμις σε τόσο δυναμική τροχιά.

– Συγχαρητήρια, – είπε τελικά.

– Ευχαριστώ. Σε δύο εβδομάδες φεύγω για πέντε μέρες στην Πάτρα, – πρόσθεσε ήρεμα.

– Ταξίδι; – αντέδρασε η Μελίνα. – Και το σπίτι; Η Νεφέλη Ρούσσου;

– Η Νεφέλη μπορεί να μένει στο ολοήμερο. Ή μπορείτε εσύ κι ο Ανδρέας να τη φροντίσετε. Είμαστε οικογένεια, δεν είναι έτσι; Μοιραζόμαστε ευθύνες.

Η Μελίνα έσφιξε τα χείλη, αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε. Τα εκατόν είκοσι χιλιάδες σκέπαζαν κάθε ενόχληση.

Όταν μπήκε ο πρώτος αυξημένος μισθός, η Άρτεμις παρέδωσε – όπως πάντα – το ποσό στη Μελίνα. Εκείνη μέτρησε προσεκτικά τα χαρτονομίσματα, όμως το χαμόγελο έσβησε.

– Άρτεμις, λείπουν χρήματα.

– Λείπουν;

– Δεν είπες εκατόν είκοσι; Εδώ είναι ογδόντα.

– Τα υπόλοιπα σαράντα είναι για τα έξοδα αποστολών. Μπαίνουν σε ξεχωριστή κάρτα. Είναι δεσμευμένα και πρέπει να δικαιολογούνται.

Η Μελίνα συνοφρυώθηκε.

– Μα αποκλείεται να τα ξοδεύεις όλα. Κάτι θα περισσεύει.

– Ενδεχομένως. Αλλά ο έλεγχος είναι σχολαστικός. Ζητούν αποδείξεις για κάθε ευρώ.

Η αλήθεια ήταν πιο ελαστική. Ο λογαριασμός πράγματι ήταν χωριστός, όμως οι έλεγχοι δεν ήταν τόσο ασφυκτικοί όσο παρουσίαζε. Αυτό, ωστόσο, δεν χρειαζόταν να το γνωρίζει η Μελίνα.

Τα ταξίδια πλήθαιναν. Πάτρα, Ιωάννινα, Λάρισα, Καλαμάτα. Η Άρτεμις έλειπε τρεις ή πέντε μέρες κάθε φορά. Η Μελίνα γκρίνιαζε, αλλά σιωπούσε τελικά· τα χρήματα λειτουργούσαν ως παρηγοριά.

Ο Ανδρέας άρχισε να παρατηρεί μια αλλαγή. Η Άρτεμις είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση, μια ήρεμη δύναμη. Δεν αντιδρούσε πλέον στις αιχμές της πεθεράς, δεν προσπαθούσε να αποδείξει τίποτα. Απλώς έκανε όσα όφειλε και κρατούσε για τον εαυτό της ένα κομμάτι ζωής που εκτυλισσόταν πέρα από τους τέσσερις τοίχους του διαμερίσματος.

– Δεν κουράστηκες από όλες αυτές τις μετακινήσεις; – τη ρώτησε ένα βράδυ, καθώς εκείνη ετοίμαζε τη βαλίτσα της. – Η Νεφέλη σε ζητά. Κι εγώ επίσης.

Η Άρτεμις τον κοίταξε ήρεμα.

– Και η μητέρα σου; Θα της λείψουν τα επιπλέον έσοδα;

– Τι σχέση έχει τώρα η μαμά;

– Έχει. Εδώ μέσα η δική της γνώμη μετρά περισσότερο. Ρώτησέ τη αν θέλει να παραιτηθώ από τις αποστολές και τα μπόνους. Αν συμφωνήσει, αύριο κιόλας καταθέτω αίτηση.

Ο Ανδρέας δεν απάντησε. Ήξερε καλά πως η Μελίνα δεν θα θυσίαζε τέτοια χρήματα για κανέναν.

Κι έτσι, σχεδόν αθόρυβα, η Άρτεμις άρχισε να ζει σε δύο παράλληλες πραγματικότητες: στο σπίτι η ήσυχη, υπάκουη νύφη που κατέθετε κάθε μισθό στο κοινό ταμείο, και έξω από αυτό μια γυναίκα αυτόνομη, που ανακάλυπτε σταδιακά πόσο διαφορετική μπορούσε να είναι η ζωή της.

Ψίθυροι Ζωής