– Λυπάμαι, αλλά αυτά τα χρήματα θα κατατεθούν στον κοινό οικογενειακό λογαριασμό – ανακοίνωσε η Μελίνα Χριστοδούλου με τόνο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, τη στιγμή που η Άρτεμις Αντωνίου έδειξε στον σύζυγό της τον φάκελο με τον πρώτο της μισθό μετά την άδεια μητρότητας. – Σε αυτό το σπίτι όλα ανήκουν σε όλους. Έτσι λειτουργούσαμε πάντα.
Η Άρτεμις έμεινε ακίνητη στο κατώφλι του σαλονιού. Τα δάχτυλά της άσπρισαν από την πίεση πάνω στον φάκελο που κρατούσε σφιχτά – έναν φάκελο που είχε παραλάβει μόλις πριν από μία ώρα. Περίμενε αυτή τη στιγμή οκτώ ολόκληρους μήνες: να επιστρέψει στη δουλειά, να πληρωθεί ξανά, να νιώσει ότι είναι κάτι περισσότερο από μια μητέρα που σπρώχνει καρότσι. Κι όμως, η Μελίνα της άρπαζε αυτή τη μικρή χαρά με την ίδια ατάραχη ευκολία που, τα τελευταία τρία χρόνια, της αφαιρούσε κάθε ίχνος αυτονομίας μέσα σε εκείνο το σπίτι.
Ο Ανδρέας Σιδέρης καθόταν ανάμεσά τους στον καναπέ – ανάμεσα στη μητέρα και τη γυναίκα του. Το βλέμμα του πηγαινοερχόταν ανήσυχα από τη μία στην άλλη, όμως η Άρτεμις ήξερε ήδη πού θα κατέληγε η υπόθεση. Θα σιωπούσε. Θα προσποιούνταν πως δεν συμβαίνει τίποτα. Θα την άφηνε μόνη, όπως πάντα, σε μια μάχη που από την αρχή έμοιαζε χαμένη.
– Μελίνα, αυτός είναι ο μισθός μου. Εγώ εργάστηκα γι’ αυτά τα χρήματα – είπε η Άρτεμις, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της σταθερή, παρόλο που μέσα της έβραζε.
Η πεθερά της χαμογέλασε με εκείνο το μισό, συγκαταβατικό χαμόγελο που φορούσε κάθε φορά που η νύφη της τολμούσε να δείξει ανεξαρτησία.

– Κορίτσι μου, ζεις κάτω από τη στέγη μου. Τρως από τα ψώνια που κάνω εγώ. Χρησιμοποιείς ό,τι υπάρχει εδώ μέσα. Πιστεύεις πραγματικά ότι μπορείς να κρατάς λεφτά στην άκρη μόνο για τον εαυτό σου; Αυτό δεν είναι οικογένεια. Οι παραδόσεις μας λένε άλλα. Δεν είναι έτσι, Ανδρέα;
Όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω του. Καθόταν σκυφτός, με τα δάχτυλα μπλεγμένα μεταξύ τους. Η Άρτεμις είδε τους ώμους του να τεντώνονται, σαν να ετοιμαζόταν να μιλήσει. Για μια στιγμή πίστεψε πως θα πάρει θέση. Όμως, όταν σήκωσε το κεφάλι, στα μάτια του καθρεφτίστηκε η γνώριμη κενότητα.
– Η μαμά έχει δίκιο. Έτσι είναι καλύτερα για όλους – μουρμούρισε, αποφεύγοντας να συναντήσει το βλέμμα της γυναίκας του.
Κάτι μέσα της έσπασε εκείνη τη στιγμή. Όχι σαν γυαλί που θρυμματίζεται, αλλά σαν χορδή που είχε τεντωθεί υπερβολικά και τελικά κόπηκε. Κοίταξε πρώτα τον άντρα της και ύστερα την πεθερά της, που ήδη άπλωνε το χέρι της με σιγουριά για τον φάκελο.
– Εντάξει – είπε η Άρτεμις με απόλυτα ήρεμη φωνή. – Πάρ’ τον.
Της τον έδωσε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η Μελίνα τον άρπαξε με εμφανή ικανοποίηση, χωρίς να προσέξει τη σκληρή, ασυνήθιστη λάμψη που είχε εμφανιστεί στα μάτια της νύφης της.
– Βλέπεις; Τελικά είσαι λογικό κορίτσι. Το ήξερα. Θα τον βάλω στο οικογενειακό χρηματοκιβώτιο. Εκεί είναι ασφαλέστερα.
Με ύφος θριαμβευτικό απομακρύνθηκε από το δωμάτιο, κρατώντας τον καρπό της δουλειάς μιας άλλης γυναίκας. Ο Ανδρέας αναστέναξε με ανακούφιση, πεπεισμένος ότι η ένταση είχε λήξει. Πλησίασε να αγκαλιάσει τη σύζυγό του, όμως εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω.
– Μη με αγγίζεις – ψιθύρισε και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρά τους.
Από εκείνη την ημέρα, το σπίτι έμοιαζε ίδιο, αλλά δεν ήταν. Εξωτερικά τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η Άρτεμις συνέχιζε να ξυπνά στις έξι, να ετοιμάζει πρωινό, να πηγαίνει τη μικρή στο νηπιαγωγείο, να τρέχει στη δουλειά, να επιστρέφει βιαστικά για να μαγειρέψει και να βάλει το παιδί για ύπνο. Όμως οι κινήσεις της είχαν γίνει μηχανικές, ακριβείς, σχεδόν ψυχρές – σαν να εκτελούσε ένα πρόγραμμα χωρίς συναίσθημα.
Η Μελίνα, αντίθετα, ένιωθε θριαμβεύτρια. Ήταν βέβαιη πως είχε επιβάλει επιτέλους πειθαρχία στη «δύστροπη» νύφη της και πως την είχε επαναφέρει στις σωστές οικογενειακές αξίες. Κάθε πρωί, στο κοινό τραπέζι, ανέλυε με ενθουσιασμό πώς αυξανόταν το οικογενειακό τους κεφάλαιο.
– Βλέπετε τι πετυχαίνουμε όταν λειτουργούμε ενωμένοι; – έλεγε, αλείφοντας γενναιόδωρα βούτυρο στο ψωμί της. – Η Άρτεμις συνεισφέρει τον μισθό της, εγώ τη σύνταξή μου, ο Ανδρέας τα δικά του έσοδα. Κι εγώ, ως η πιο έμπειρη, τα διαχειρίζομαι σωστά. Του χρόνου μπορούμε να πάρουμε καινούριο αυτοκίνητο.
– Ποιος ακριβώς είναι αυτό το «εμείς»; – ρώτησε μια φορά η Άρτεμις, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από το πιάτο της.
– Τι ερώτηση είναι αυτή; Η οικογένεια φυσικά! Ο Ανδρέας χρειάζεται πιο αξιόπιστο αμάξι. Είναι ο αρχηγός του σπιτιού.
– Έχει ήδη αυτοκίνητο. Εγώ δεν έχω κανένα.
Το πρόσωπο της Μελίνας σκλήρυνε.
– Και γιατί να έχεις; Ο Ανδρέας θα σε πηγαίνει όπου χρειάζεται.
– Αν προλαβαίνει – απάντησε χαμηλόφωνα η Άρτεμις.
– Μην αρχίζεις πάλι – την έκοψε απότομα. – Το θέμα αυτό έχει λήξει. Τα χρήματα διατίθενται για κοινούς στόχους.
Η Άρτεμις έγνεψε καταφατικά και δεν συνέχισε. Άλλωστε, μιλούσε όλο και λιγότερο. Στην αρχή ο Ανδρέας τη ρωτούσε τι συμβαίνει, όμως εκείνη περιοριζόταν σε σύντομες απαντήσεις: είναι κουρασμένη, έχει πολλή δουλειά. Εκείνος καθησύχασε τον εαυτό του. Δεν υπήρχαν καβγάδες, η μητέρα του ήταν ικανοποιημένη, η γυναίκα του δεν αντιδρούσε – τι άλλο να ζητήσει;
Πέρασε ένας μήνας. Η Άρτεμις έφερε και τον δεύτερο μισθό της και, χωρίς λέξη, τον παρέδωσε στη Μελίνα. Η πεθερά τον πήρε σαν να ήταν αυτονόητο δικαίωμά της. Δεν ευχαρίστησε, δεν σχολίασε· απλώς τον μετέφερε στο δωμάτιό της, όπου σε ένα παλιό χρηματοκιβώτιο φύλαγε τις «οικογενειακές οικονομίες».
Ένα βράδυ, την ώρα του δείπνου, η Μελίνα καθάρισε τον λαιμό της θεατρικά.
– Σκεφτόμουν κάτι – είπε, κοιτάζοντάς τους διαδοχικά. – Ίσως θα έπρεπε να δίνουμε στην Άρτεμις ένα μικρό χαρτζιλίκι. Είναι γυναίκα, έχει κι εκείνη τις ανάγκες της. Καλσόν, κραγιόν, μικροπράγματα… Ένα συμβολικό ποσό κάθε μήνα, για να μη νιώθει ότι στερείται τα απαραίτητα.
Στο τραπέζι απλώθηκε σιωπή, βαριά και αναμονής, καθώς όλοι κατάλαβαν πως η συζήτηση για το «ποσό» μόλις άνοιγε.
