«Δεν θα έρθω» — απάντησε η Μαρίνα, αφήνοντας την κούπα στο τραπέζι με κοφτή κίνηση και κοιτάζοντάς τον αποφασιστικά

Η σκληρή, αδικαιολόγητη μεταχείριση ήταν εξευτελιστική.
Ιστορίες

— Έτσι λοιπόν μιλάς τώρα. Άρα δεν είμαστε πια οικογένεια; Επιστρέψατε τα χρήματα και τελείωσε, δεν οφείλεις πλέον σεβασμό στους μεγαλύτερους; Μετά απορεί κανείς που βγάζεις τον Γιώργο από τα ρούχα του. Μαζί σου άνθρωπος δεν μπορεί να συνεννοηθεί ήρεμα.

— Ήρεμα δεν μου μιλήσατε ποτέ.

— Γιατί έχεις πάρει πολύ ψηλά τον αμανέ. Τίποτα δεν ξέρεις να κάνεις όπως πρέπει, αλλά φέρεσαι λες και είσαι βασίλισσα. Στα δικά μου χρόνια δούλευα, κρατούσα σπίτι, μεγάλωνα παιδί και άκουγα και τους μεγαλύτερους.

Άλλοτε η Μαρίνα θα έσπευδε να απολογηθεί. Τώρα δεν το έκανε.

— Το Σάββατο δεν θα έρθω. Και σας παρακαλώ να μη συνεννοείστε ξανά με τον Γιώργο σαν να μπορείτε να με βάζετε εμένα βάρδια στην κουζίνα.

— Ποιος σε βάζει βάρδια; — στρίγκλισε η πεθερά. — Θα έπρεπε από μόνη σου να καταλαβαίνεις ποια είναι η θέση σου!

Η Μαρίνα έκλεισε το τηλέφωνο.

Δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά, όταν ο Γιώργος μπήκε φουριόζος στο δωμάτιο, κρατώντας το κινητό στο χέρι.

— Τι νομίζεις πως κάνεις; — φώναξε. — Γιατί μιλάς έτσι στη μάνα μου;

— Δεν της μίλησα άσχημα.

— Κλαίει εξαιτίας σου!

— Λυπάμαι πολύ. Εγώ χθες, εξαιτίας σου, βρέθηκα πεταμένη στον καναπέ.

Ο Γιώργος πάγωσε για μια στιγμή.

— Εσύ τα τραβάς όλα στα άκρα επίτηδες. Θέλεις να με προκαλέσεις, να με βάλεις να τσακωθώ με τους γονείς μου.

— Όχι. Θέλω να σταματήσεις να παριστάνεις ότι φταίω εγώ για τη συμπεριφορά τους.

Εκείνος γύρισε τα μάτια προς τα πάνω, αγανακτισμένος.

— Άκου, βαρέθηκα πια αυτό το θέατρο. Το Σάββατο θα ετοιμαστείς και θα πάμε. Τελεία. Αν δεν μπορείς να το κάνεις για μένα, κάν’ το τουλάχιστον για χάρη του πατέρα μου. Έχει επέτειο γενεθλίων.

— Για χάρη του πατέρα σου μπορείτε να παραγγείλετε φαγητό, αντί να εξευτελίζετε εμένα.

— Δεν μας περισσεύουν λεφτά για ανοησίες.

Η Μαρίνα θυμήθηκε τις καινούριες ζάντες του αυτοκινήτου, το κινητό που είχε αλλάξει το προηγούμενο φθινόπωρο, τις συχνές εξόδους με τους φίλους του. Για όλα αυτά χρήματα υπήρχαν. Για το φαγητό της γιορτής, όμως, χρειαζόταν ξαφνικά ο δικός της δωρεάν χρόνος.

— Για τις ζάντες, για τις παρέες σου και για το τηλέφωνο που άλλαξες πέρυσι το φθινόπωρο είχες χρήματα — είπε ήρεμα. — Αλλά για να μη με σύρεις σε ένα σπίτι όπου με ταπεινώνουν, δεν υπάρχουν. Κατάλαβα.

Ο Γιώργος πλησίασε στο τραπέζι και ακούμπησε τις παλάμες του στην επιφάνειά του.

— Άκουσέ με καλά. Αν συνεχίσεις να πεισμώνεις, θα κόψω στ’ αλήθεια όλα τα κοινά έξοδα που πληρώνω. Και μετά κοίτα να τα βγάλεις πέρα όπως μπορείς.

— Δηλαδή, αν δεν πάω στη μητέρα σου, θα σταματήσεις να δίνεις χρήματα για τα κοινά έξοδα του σπιτιού;

— Μην παραποιείς τα λόγια μου. Απλώς όλα πρέπει να είναι δίκαια. Αφού εσύ δεν θεωρείς σημαντικό να με στηρίζεις, γιατί να χρηματοδοτώ εγώ τις μικρές σου ανέσεις;

Η Μαρίνα τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.

— Αυτή τη στιγμή προσπαθείς να με αναγκάσεις με τα χρήματα να πάω.

Στα επείγοντα κατέγραψαν τη θλάση στον ώμο και τις εκδορές της. Η Μαρίνα φύλαξε τη γνωμάτευση μαζί με τις φωτογραφίες.

Μετά το νοσοκομείο συνάντησε τη Νεφέλη κοντά στον σταθμό του μετρό.

— Θέλεις ακόμη να μείνεις μαζί του;

Η Μαρίνα ανακάτεψε τον καφέ της με το κουταλάκι.

— Πριν από μία εβδομάδα θα σου έλεγα ότι δεν ξέρω. Τώρα όμως το καταλαβαίνω: αν το κουκουλώσω πάλι, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα.

— Τότε αποφάσισε τι θα κάνεις.

— Πήγα ήδη στον γιατρό, μάζεψα τα χαρτιά και έστειλα μήνυμα σε δικηγόρο.

Η Νεφέλη έγνεψε καταφατικά.

— Πού θα πας όταν φύγεις;

— Η θεία Ελευθερία έχει ένα άδειο δωμάτιο. Θα μείνω σε εκείνη. Και στη δουλειά θα μπορώ να πηγαίνω κανονικά.

Η Μαρίνα, παρ’ όλα αυτά, δεν είχε ξεχάσει και τα καλά. Ο Γιώργος κάποτε πήγαινε να την πάρει από τον σταθμό, είχε βγει νύχτα για να της αγοράσει φάρμακα, τη βοηθούσε να τελειώσει αναφορές όταν ήταν άρρωστη. Τα πρώτα χρόνια έβαφαν μαζί τους τοίχους, διάλεγαν αυτοκίνητο, μετρούσαν τα χρήματα μέχρι τον επόμενο μισθό και γελούσαν επειδή τα μισά τους βράδια τα περνούσαν συζητώντας για επισκευές και αλλαγές στο σπίτι. Γι’ αυτό και η απόφαση δεν ήταν εύκολη.

Όμως τα τελευταία χρόνια, κάθε φορά που προέκυπτε διαφωνία με την Αικατερίνη, ο Γιώργος σχεδόν πάντα ζητούσε από τη γυναίκα του να υποχωρήσει. Στην αρχή ήταν «μόνο για ένα βράδυ», ύστερα «για χάρη του πατέρα», μετά «επειδή η μαμά είναι μεγαλύτερη». Και κάθε φορά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: οι συγγενείς του απαιτούσαν κάτι και η Μαρίνα έπρεπε να συμφωνήσει.

Το Σάββατο, από το πρωί, ο Γιώργος ετοιμαζόταν να πάει στους γονείς του. Τηλεφωνούσε στη μητέρα του και χτυπούσε εκνευρισμένος τις πόρτες της ντουλάπας. Η Μαρίνα βγήκε από την κρεβατοκάμαρα ντυμένη. Δίπλα στην ντουλάπα στεκόταν η βαλίτσα της.

Εκείνος δεν την πρόσεξε αμέσως.

— Γιατί μάζεψες πράγματα; — ρώτησε.

— Επειδή μετά τη σημερινή μέρα δεν θα μείνω εδώ.

Ο Γιώργος έμεινε ακίνητος με τη γραβάτα στο χέρι.

— Τι παράσταση είναι πάλι αυτή;

— Δεν είναι παράσταση. Φεύγω.

Ένα ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

— Και πού θα πας; Σε τι ακριβώς υπολογίζεις;

— Στον εαυτό μου.

— Πολύ αστείο. — Πέταξε τη γραβάτα στην πολυθρόνα. — Με εκβιάζεις απλώς. Νομίζεις ότι θα τρέξω να ζητήσω συγγνώμη;

— Δεν χρειάζομαι πια τη συγγνώμη σου όπως την εννοείς εσύ.

— Και πώς θα την ήθελες δηλαδή; — τη ρώτησε προκλητικά.

Η Μαρίνα τον κοίταξε σταθερά.

— Θα ήθελα να παραδεχτείς κάτι πολύ απλό: με άρπαξες, με έσπρωξες και μετά με απείλησες οικονομικά επειδή αρνήθηκα να πάω στη μητέρα σου. Εσύ όμως εδώ και δύο μέρες επαναλαμβάνεις ότι εγώ σε ανάγκασα να το κάνεις. Γι’ αυτό φεύγω.

— Μην το παίζεις εδώ χτυπημένη μάρτυρας. Κανείς δεν σε χτύπησε.

Η Μαρίνα έβγαλε από τον φάκελο το χαρτί του γιατρού και το άφησε πάνω στο τραπέζι.

— Τα κράτησα όλα: τη γνωμάτευση, τις φωτογραφίες και τα μηνύματα. Δεν χρειάζεται να λες άλλο ότι δεν συνέβη τίποτα.

Ο Γιώργος κάρφωσε το βλέμμα του στο χαρτί.

— Έχεις τρελαθεί τελείως; Θέλεις να με καταγγείλεις;

Ως εκείνη τη στιγμή η Μαρίνα ήθελε μόνο να φύγει.

Ξαφνικά εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

— Έλα, σταμάτα αυτό το θέατρο. Θα πάμε τώρα στους γονείς μου, θα γυρίσουμε και μετά θα τα συζητήσουμε ήρεμα.

— Όχι — είπε η Μαρίνα.

— Γιατί τα χαλάς όλα;! — ούρλιαξε. — Εξαιτίας του πείσματός σου θα καταστραφεί η μέρα του πατέρα μου! Η μάνα μου κλαίει, το φαγητό δεν φτάνει, οι καλεσμένοι έρχονται σε τρεις ώρες, κι εσύ στήνεις σκηνή διαζυγίου από το πουθενά!

— Δεν είναι από το πουθενά — απάντησε εκείνη. — Απλώς εσύ μέχρι την τελευταία στιγμή ήλπιζες ότι θα το καταπιώ ξανά.

Ο Γιώργος πλησίασε πάλι.

— Μην έρχεσαι πιο κοντά. Και μην τολμήσεις να με αγγίξεις ξανά. Η Νεφέλη ξέρει πού πηγαίνω, η θεία Ελευθερία με περιμένει. Τη γνωμάτευση και τις φωτογραφίες τις έχω αποθηκεύσει.

Ο Γιώργος σταμάτησε.

— Δηλαδή αυτό ήταν; Έτσι τελειώνει; — ρώτησε με βραχνή, άδεια φωνή. — Για έναν μόνο καβγά;

— Όχι για έναν.

Ψίθυροι Ζωής