“Να είμαστε; Ή να είμαι εγώ;” είπε η Μαρίνα, αφήνοντας την κούπα με μια κοφτή κίνηση και αρνούμενη να γίνει η «βοηθός» στις γιορτές της οικογένειας του Μάρκου

Απαράδεκτη αδικία, δυσαρέσκεια που πνίγει κάθε ανάσα.
Ιστορίες

— Δηλαδή, τώρα δεν είμαστε πια οικογένεια; Επειδή επιστρέψατε τα χρήματα, τελειώσαμε; Δεν χρειάζεται πλέον να σέβεσαι τους μεγαλύτερους; Καθόλου παράξενο που βγάζεις τον Μάρκο από τα ρούχα του. Με σένα δεν γίνεται να μιλήσει άνθρωπος ήρεμα.

— Ήρεμα δεν μου μιλήσατε ποτέ.

— Γιατί έχεις καβαλήσει το καλάμι. Τίποτα δεν ξέρεις να κάνεις σωστά, αλλά φέρεσαι σαν να είσαι βασίλισσα. Στα δικά μου χρόνια δούλευα, κρατούσα σπίτι, μεγάλωνα παιδί και άκουγα και τους μεγαλύτερους.

Άλλοτε η Μαρίνα θα προσπαθούσε να δικαιολογηθεί. Αυτή τη φορά δεν το έκανε.

— Το Σάββατο δεν θα έρθω. Και σας παρακαλώ, από εδώ και πέρα, να μη συνεννοείστε με τον Μάρκο λες και μπορείτε να με διαθέτετε όποτε θέλετε για την κουζίνα.

— Ποιος σε διαθέτει; — στρίγκλισε η πεθερά της. — Θα έπρεπε από μόνη σου να ξέρεις ποια είναι η θέση σου!

Η Μαρίνα έκλεισε το τηλέφωνο.

Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά, όταν ο Μάρκος μπήκε φουριόζος στο δωμάτιο, κρατώντας το κινητό στο χέρι.

— Τι νομίζεις ότι κάνεις; — φώναξε. — Γιατί μιλάς έτσι στη μάνα μου;

— Δεν της μίλησα άσχημα.

— Εξαιτίας σου κλαίει!

— Λυπάμαι πολύ. Κι εγώ χθες εξαιτίας σου βρέθηκα πεταμένη στον καναπέ.

Ο Μάρκος πάγωσε για μια στιγμή.

— Εσύ τα τραβάς όλα στα άκρα επίτηδες. Θέλεις να με προκαλέσεις, για να τσακωθώ με τους γονείς μου.

— Όχι. Θέλω να σταματήσεις να παριστάνεις πως φταίω εγώ για τη συμπεριφορά τους.

Εκείνος γύρισε τα μάτια του με αγανάκτηση.

— Άκου, έχω κουραστεί με όλο αυτό το θέατρο. Το Σάββατο θα ετοιμαστείς και θα πας. Τελείωσε. Αν δεν μπορείς να το κάνεις για μένα, κάν’ το τουλάχιστον για τον πατέρα μου. Έχει επέτειο.

— Για χάρη του πατέρα σου μπορείτε να παραγγείλετε φαγητό. Δεν χρειάζεται να ταπεινώνετε εμένα.

— Δεν μας περισσεύουν λεφτά για ανοησίες.

Η Μαρίνα θυμήθηκε τις καινούριες ζάντες του, το κινητό που είχε αλλάξει το περασμένο φθινόπωρο και τις συχνές εξόδους με τους φίλους του. Για όλα αυτά χρήματα υπήρχαν. Για το φαγητό της επετείου, όμως, χρειαζόταν ξαφνικά ο δικός της απλήρωτος χρόνος.

— Περισσεύουν για τις ζάντες του αυτοκινήτου, για τις παρέες σου, για το τηλέφωνο που αγόρασες πέρσι — είπε ήρεμα. — Αλλά για να μη με στείλεις σε ένα σπίτι όπου με μειώνουν, δεν υπάρχουν χρήματα. Κατάλαβα.

Ο Μάρκος πλησίασε στο τραπέζι και ακούμπησε τις παλάμες του πάνω στην επιφάνειά του.

— Άκουσέ με καλά. Αν συνεχίσεις να κάνεις την πεισματάρα, θα κόψω πραγματικά όλα τα κοινά έξοδα που πληρώνω. Και μετά ζήσε όπως μπορείς.

— Δηλαδή, αν δεν πάω στη μητέρα σου, θα σταματήσεις να βάζεις χρήματα για τα έξοδα του σπιτιού;

— Μην τα διαστρεβλώνεις. Απλώς όλα πρέπει να είναι δίκαια. Αφού εσύ δεν θεωρείς σημαντικό να με στηρίξεις, γιατί να πληρώνω εγώ τις δικές σου μικρές πολυτέλειες;

Η Μαρίνα τον κοίταξε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα.

— Αυτή τη στιγμή προσπαθείς να με αναγκάσεις με τα χρήματα να πάω εκεί.

Στο ιατρείο κατέγραψαν τη θλάση στον ώμο και τις εκδορές της. Η Μαρίνα κράτησε τη γνωμάτευση μαζί με τις φωτογραφίες.

Ύστερα από την εξέταση, συνάντησε την Ιωάννα κοντά στο μετρό.

— Θέλεις ακόμη να μείνεις μαζί του;

Η Μαρίνα ανακάτεψε τον καφέ της με το κουταλάκι.

— Πριν από μία εβδομάδα θα σου έλεγα πως δεν ξέρω. Τώρα όμως το καταλαβαίνω. Αν το κουκουλώσω πάλι, τίποτα δεν θα αλλάξει.

— Τότε πρέπει να αποφασίσεις τι θα κάνεις.

— Πήγα ήδη στον γιατρό, μάζεψα τα χαρτιά και έστειλα μήνυμα σε δικηγόρο.

Η Ιωάννα έγνεψε καταφατικά.

— Πού θα πας, αν φύγεις;

— Η Κασσάνδρα έχει ένα ελεύθερο δωμάτιο. Θα μείνω σε εκείνη. Και στη δουλειά θα μπορώ να πηγαίνω κανονικά.

Η Μαρίνα δεν είχε ξεχάσει τα καλά. Ο Μάρκος παλιά πήγαινε να την πάρει από τον σταθμό, έβγαινε μέσα στη νύχτα για να της φέρει φάρμακα, τη βοηθούσε να τελειώσει αναφορές όταν ήταν άρρωστη. Τα πρώτα χρόνια έβαφαν μαζί τους τοίχους, διάλεγαν αυτοκίνητο, μετρούσαν τα χρήματα μέχρι τον επόμενο μισθό και γελούσαν επειδή οι μισές τους βραδιές περνούσαν συζητώντας για την ανακαίνιση. Γι’ αυτό και η απόφαση ήταν δύσκολη. Μόνο που τα τελευταία χρόνια, σε κάθε διαφωνία με τη Δάφνη, ο Μάρκος σχεδόν πάντα ζητούσε από τη γυναίκα του να κάνει πίσω. Στην αρχή «μόνο για ένα βράδυ», ύστερα «για χάρη του πατέρα», μετά «επειδή η μαμά είναι μεγαλύτερη». Και κάθε φορά το αποτέλεσμα ήταν ίδιο: οι συγγενείς του ζητούσαν, και η Μαρίνα όφειλε να συμφωνήσει.

Το Σάββατο, από το πρωί, ο Μάρκος ετοιμαζόταν για το σπίτι των γονιών του. Τηλεφωνούσε στη μητέρα του και χτυπούσε νευρικά τις πόρτες της ντουλάπας. Η Μαρίνα βγήκε από την κρεβατοκάμαρα ντυμένη. Δίπλα στην ντουλάπα στεκόταν η βαλίτσα της.

Στην αρχή εκείνος δεν την πρόσεξε.

— Γιατί μάζεψες πράγματα; — ρώτησε.

— Επειδή μετά τη σημερινή μέρα δεν θα μείνω εδώ.

Έμεινε ακίνητος με τη γραβάτα στο χέρι.

— Τι παράσταση είναι πάλι αυτή;

— Δεν είναι παράσταση. Φεύγω.

Ο Μάρκος χαμογέλασε ειρωνικά.

— Και πού θα πας; Σε τι βασίζεσαι δηλαδή;

— Στον εαυτό μου.

— Αστείο. — Πέταξε τη γραβάτα στην πολυθρόνα. — Εκβιασμός είναι. Νομίζεις ότι θα τρέξω να σου ζητήσω συγγνώμη;

— Δεν χρειάζομαι πια τη συγγνώμη σου έτσι όπως την εννοείς εσύ.

— Και πώς θα την ήθελες; — τη ρώτησε προκλητικά.

Η Μαρίνα τον κοίταξε σταθερά.

— Θα ήθελα να παραδεχτείς κάτι πολύ απλό: ότι με άρπαξες, με έσπρωξες και με απείλησες με χρήματα επειδή αρνήθηκα να πάω στη μητέρα σου. Εσύ όμως δύο μέρες τώρα επαναλαμβάνεις ότι εγώ σε ανάγκασα. Γι’ αυτό φεύγω.

— Μην το παίζεις εδώ δαρμένη μάρτυρας. Κανείς δεν σε χτύπησε.

Η Μαρίνα έβγαλε από τον φάκελο το χαρτί του γιατρού και το άφησε πάνω στο τραπέζι.

— Τα κράτησα όλα. Τη γνωμάτευση, τις φωτογραφίες και τα μηνύματα. Δεν χρειάζεται να λες άλλο πως δεν έγινε τίποτα.

Ο Μάρκος κάρφωσε το βλέμμα του στο χαρτί.

— Έχεις τρελαθεί τελείως; Θέλεις να μου κάνεις καταγγελία;

Ως εκείνη τη στιγμή η Μαρίνα ήθελε απλώς να φύγει.

Εκείνος έκανε απότομα ένα βήμα προς το μέρος της.

— Έλα, αρκετά με το θέατρο. Τώρα θα πάμε στους γονείς μου, μετά θα γυρίσουμε σπίτι και θα τα συζητήσουμε ήρεμα.

— Όχι — είπε η Μαρίνα.

— Γιατί τα χαλάς όλα;! — ούρλιαξε. — Εξαιτίας του πείσματός σου θα καταστραφεί σήμερα η γιορτή του πατέρα μου! Η μάνα μου κλαίει, το φαγητό δεν φτάνει, οι καλεσμένοι έρχονται σε τρεις ώρες, κι εσύ στήνεις εδώ σκηνή διαζυγίου από το πουθενά!

— Δεν είναι από το πουθενά — απάντησε. — Απλώς μέχρι την τελευταία στιγμή ήλπιζες ότι θα το καταπιώ άλλη μια φορά.

Ο Μάρκος πλησίασε ξανά.

— Μην έρχεσαι πιο κοντά. Και μην με αγγίξεις ποτέ ξανά. Η Ιωάννα ξέρει πού πηγαίνω, η Κασσάνδρα με περιμένει. Τη γνωμάτευση και τις φωτογραφίες τις έχω αποθηκεύσει.

Ο Μάρκος σταμάτησε.

— Δηλαδή αυτό ήταν; Έτσι τελειώνει; — ρώτησε με πνιγμένη φωνή. — Για έναν μόνο καβγά;

— Όχι για έναν και μόνο καβγά.

Ψίθυροι Ζωής