Ύστερα ακούστηκαν βήματα. Και αμέσως μετά η φωνή της ξανακούστηκε, μόνο που τώρα δεν είχε ίχνος γλυκύτητας. Ήταν κοφτή, θυμωμένη, σχεδόν σφυριχτή από την οργή.
— Θα το μετανιώσεις! Ο Κωνσταντίνος θα σε κανονίσει! Δεν θα το αφήσουμε έτσι!
Δεν της απάντησα. Έμεινα με την πλάτη γυρισμένη προς την πόρτα και περίμενα.
Στη γραμμή με ρώτησαν αν χρειαζόταν ασθενοφόρο.
— Όχι, — είπα. — Χρειάζομαι την αστυνομία. Μέσα στο σπίτι μου βρίσκεται άγνωστο πρόσωπο.
Για μια στιγμή έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να επαναφέρω την αναπνοή μου σε φυσιολογικό ρυθμό.
Από τη μισάνοιχτη πόρτα εξακολουθούσε να βγαίνει η μυρωδιά ξένου φαγητού. Ανακατευόταν με το άρωμα του ροδακινί μπουρνουζιού μου, εκείνου που αυτή η γυναίκα είχε φορέσει σαν να της ανήκε.
Την άκουγα να μιλάει στο τηλέφωνο. Η φωνή της έφτανε πνιχτή, όμως κάποιες λέξεις περνούσαν καθαρά μέχρι εμένα.
— Κωνσταντίνε, έλα. Δεν με αφήνει να μπω!.. Με πέταξε έξω!.. Όχι, δεν τη χτύπησα!.. Μόνη της τα κάνει!.. Ναι, με τραβάει με το κινητό!.. Τι να κάνεις; Έλα και ξεκαθάρισέ το!..
Ακούμπησα στον τοίχο.
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, λες και είχε ανέβει στον λαιμό μου.
Δεν ήξερα αν ο Κωνσταντίνος θα ερχόταν στ’ αλήθεια.
Ήξερα όμως κάτι άλλο: για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ έκανα ακριβώς αυτό που έπρεπε.
Και για πρώτη φορά ύστερα από εβδομάδες δεν επέτρεπα σε κανέναν να αποφασίζει στη θέση μου.
Στεκόμουν στο πλατύσκαλο και κοιτούσα την οθόνη του κινητού. Η καταγραφή συνεχιζόταν. Το κόκκινο σημαδάκι στη γωνία αναβόσβηνε σταθερά, σαν μικρή καρδιά. Η γυναίκα με το μπουρνούζι μου εμφανιζόταν πότε στο άνοιγμα της πόρτας και πότε χανόταν ξανά μέσα στο διαμέρισμα. Κάθε φορά που περνούσε, άκουγα τα γυμνά της πέλματα να χτυπούν πλατιά πάνω στο πάτωμα.
Η φωνή της έβγαινε μέσα από το σπίτι. Δεν προσπαθούσε πια να φανεί ευγενική.
— Μα τι την ακούς, Κωνσταντίνε! Με διώχνει!.. Όχι, δεν της έκανα τίποτα!.. Στέκεται έξω και με τραβάει σαν να είμαι καμιά κλέφτρα!.. Θα έρθεις ή όχι;.. Εγώ εδώ μέσα δεν αντέχω άλλο!.. Ποια αστυνομία; Θα καλέσω εγώ τώρα και θα πω ότι με χτυπάνε!
Δεν μπήκα στη μέση. Περίμενα.
Ύστερα από λίγα λεπτά, ακούστηκαν βήματα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στην αρχή νόμισα πως ήταν ο Κωνσταντίνος, όμως ο ήχος ήταν βαρύς, σταθερός, υπηρεσιακός. Σε λίγο ανέβηκαν στο πλατύσκαλο δύο αστυνομικοί.
Με χαιρέτησαν και συστήθηκαν. Ο μεγαλύτερος, με κουρασμένο πρόσωπο και γκρίζους κροτάφους, με κοίταξε πρώτα εμένα και μετά την πόρτα, πίσω από την οποία φαινόταν να προεξέχει μια καρό τσάντα.
— Εσείς καλέσατε; — ρώτησε.
— Ναι, — απάντησα και σταμάτησα την εγγραφή. — Στο διαμέρισμά μου βρίσκεται μια γυναίκα που δεν έχει καμία δουλειά εδώ. Μπήκε χωρίς να το γνωρίζω. Δεν την κάλεσα.
— Και πώς μπήκε; — θέλησε να μάθει ο νεότερος, κοιτάζοντάς με με μια ελαφριά δυσπιστία.
— Έχει κλειδί, το οποίο πήρε από έναν γνωστό μου. Εκείνος το πήρε χωρίς την άδειά μου. Το εφεδρικό σετ εξαφανίστηκε χθες. Για εμένα αυτό είναι παράνομη είσοδος σε ξένο σπίτι.
Οι δύο αστυνομικοί αντάλλαξαν ένα βλέμμα.
— Πάμε μέσα, — είπε ο μεγαλύτερος.
Μπήκαμε στο διαμέρισμα. Η μυρωδιά του φαγητού έγινε ακόμη πιο βαριά. Από την κουζίνα ακουγόταν κάτι να βράζει. Η γυναίκα βγήκε στον διάδρομο και στάθηκε μπροστά μας, με τα χέρια στη μέση. Φορούσε ακόμη το μπουρνούζι μου, μόνο που τώρα η ζώνη είχε λυθεί και τα φύλλα του κρέμονταν ανοιχτά, αφήνοντας να φαίνονται τα γόνατά της.
— Επιτέλους! — αναφώνησε μόλις είδε τις στολές. — Αυτή εδώ με πετάει έξω! Σας το λέω καθαρά: είμαι η μητέρα του αρραβωνιαστικού της! Με κάλεσαν εδώ!
— Ποιος σας κάλεσε; — ρώτησε ο μεγαλύτερος αστυνομικός.
— Ο γιος μου. Ο Κωνσταντίνος. Σχεδόν άντρας της είναι. Μου είπε: «Μαμά, πήγαινε, βολέψου». Κι αυτή τώρα κάνει σκηνές.
Στεκόμουν δίπλα τους και την κοιτούσα. Ένα κύμα αηδίας ανέβαινε στο στήθος μου.
— Δεν έχω αρραβωνιαστικό, — είπα καθαρά. — Έχω έναν γνωστό. Δεν μένει εδώ. Και δεν είχε κανένα δικαίωμα να μοιράζει κλειδιά του διαμερίσματός μου.
— Ο ίδιος μου τα έδωσε! — Η γυναίκα έδειξε με το δάχτυλο προς την κρεμάστρα. — Να, είναι στην τσέπη του μπουρνουζιού. Και το μπουρνούζι, για την ιστορία, εκείνη μου το έδωσε.
— Δεν σας έδωσα απολύτως τίποτα, — απάντησα.
Ο μεγαλύτερος σήκωσε το χέρι του, ζητώντας ησυχία.
— Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Έχετε κάποιο έγγραφο ταυτοποίησης; Ποια είστε;
Η γυναίκα ξεφύσηξε θορυβωδώς και έσκυψε στην τσάντα που ήταν ακουμπισμένη στον τοίχο. Έβγαλε μια φθαρμένη ταυτότητα και την έτεινε στον αστυνομικό.
— Ορίστε. Δήμητρα Βλάχου. Μένω στην επαρχία. Ήρθα εδώ στον γιο μου. Δηλαδή, στη νύφη μου. Αυτή εκεί, — έγνεψε προς το μέρος μου, — αποδείχτηκε σκύλα.
— Προσέξτε πώς μιλάτε, — την έκοψε ο μεγαλύτερος.
— Γιατί; Τι είπα δηλαδή; Η αλήθεια πονάει;
Ένιωσα τα χέρια μου να αρχίζουν να τρέμουν. Δεν το άφησα όμως να φανεί.
— Αυτή η γυναίκα μπήκε στο σπίτι μου, — είπα. — Πείραξε τα πράγματά μου. Έψαξε τις ντουλάπες μου. Φόρεσε το μπουρνούζι μου. Θέλω να φύγει.
— Δεν πάω πουθενά! — πετάχτηκε η Δήμητρα Βλάχου. — Μόλις έφτασα! Πού να πάω; Τα πράγματά μου είναι εδώ!
— Θα μαζέψετε τα πράγματά σας και θα τα πάρετε μαζί σας, — είπε ο μεγαλύτερος αστυνομικός. — Αν η ιδιοκτήτρια του χώρου δεν συναινεί στην παραμονή σας, είστε υποχρεωμένη να αποχωρήσετε.
— Κι αν δεν φύγω; — ρώτησε εκείνη, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος.
— Τότε θα σας οδηγήσουμε στο τμήμα για εξακρίβωση και διευκρινίσεις. Αν αντισταθείτε, θα προστεθεί και διοικητική παράβαση.
Η Δήμητρα Βλάχου άνοιξε το στόμα για να απαντήσει, μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκαν γρήγορα βήματα έξω από την πόρτα.
Γύρισα το κεφάλι.
Ο Κωνσταντίνος.
Ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας στο πλατύσκαλο, λαχανιασμένος. Φορούσε το ίδιο πουκάμισο με χθες, μόνο που τώρα ήταν τσαλακωμένο, σαν να είχε περάσει πολλή ώρα καθισμένος στο αυτοκίνητο.
— Τι γίνεται εδώ; — είπε με κομμένη ανάσα, μεταφέροντας το βλέμμα του από εμένα στη μητέρα του και έπειτα στους αστυνομικούς.
— Κωνσταντίνε μου! — Η Δήμητρα Βλάχου όρμησε πάνω του και κρεμάστηκε από τον ώμο του. — Με διώχνουν! Κι αυτή με τραβούσε με το κινητό! Το φαντάζεσαι; Εγώ ήρθα με καλό σκοπό κι εκείνη κάλεσε την αστυνομία!
Ο Κωνσταντίνος την αγκάλιασε με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο ίσιωσε τον γιακά του πουκαμίσου του. Με κοίταξε. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε ούτε φόβος ούτε μεταμέλεια. Μόνο εκνευρισμός.
— Τι κάνεις; — με ρώτησε χαμηλόφωνα. — Ήταν ανάγκη να καλέσεις την αστυνομία;
— Η μητέρα σου μπήκε στο σπίτι μου χωρίς την άδειά μου, — απάντησα. — Και αρνείται να φύγει.
— Δεν είναι «η μητέρα σου». Είναι η μητέρα μου, — με διόρθωσε. — Και ήρθε για να βοηθήσει. Εγώ της έδωσα τα κλειδιά. Εσύ δεν έλεγες ότι το εφεδρικό κλειδί κάθεται άχρηστο;
Τον κοιτούσα και δεν τον αναγνώριζα.
— Δεν σου έδωσα ποτέ το δικαίωμα να παίρνεις τα πράγματά μου, Κωνσταντίνε. Χθες πέρασες από εδώ για ένα λεπτό. Δεν κατάλαβα πότε πήρες το κλειδί. Τώρα όμως το καταλαβαίνω: το έκανες επίτηδες.
Χαμογέλασε στραβά.
— Επίτηδες; Και για ποιο λόγο;
— Για να μπορεί η μητέρα σου να μπει εδώ χωρίς να είμαι παρούσα.
Ο Κωνσταντίνος κούνησε το κεφάλι, σαν να ήμουν παράλογη.
— Τα κάνεις όλα δύσκολα. Η μαμά ήθελε απλώς να σε γνωρίσει. Εσύ έστησες ολόκληρο θέατρο. Ντρέπομαι μπροστά στους ανθρώπους.
— Εσύ ντρέπεσαι; — κοίταξα τη Δήμητρα Βλάχου, που είχε κολλήσει πάνω στον γιο της και με παρατηρούσε με ύφος νικήτριας. — Εγώ ντρέπομαι που σε εμπιστεύτηκα.
Οι αστυνομικοί παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Ο μεγαλύτερος στράφηκε ξανά προς τη Δήμητρα Βλάχου.
— Θα πρέπει να εγκαταλείψετε το διαμέρισμα. Μαζέψτε τα πράγματά σας.
— Μα, Κωνσταντίνε μου! — Η Δήμητρα Βλάχου έσφιξε το μπράτσο του γιου της.
— Άφησέ τη να τα μαζέψει, — είπε εκείνος. — Αλλά θα ξανάρθουμε.
Το είπε κοιτάζοντάς με κατευθείαν στα μάτια.
— Το άκουσες; Θα ξανάρθουμε. Και θα μιλήσουμε. Όχι τώρα όμως. Τώρα θα πάρω τη μαμά και θα φύγουμε.
Δεν απάντησα.
Η Δήμητρα Βλάχου, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της, άρχισε να χώνει μέσα στην τσάντα τα φορέματά μου, που είχε ήδη προλάβει να βγάλει από την ντουλάπα. Δεν πήρα το βλέμμα μου από πάνω της ούτε στιγμή.
— Αυτά είναι δικά μου πράγματα, — είπα.
