Ο Γιώργος είχε καρφώσει το βλέμμα στο πιάτο του. Η Δήμητρα, η γυναίκα του, γύρισε αμήχανα προς το παράθυρο, σαν να ήθελε να μη βλέπει κανέναν.
Ο Ηλίας έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και έβγαλε έναν φάκελο. Τον ακούμπησε μπροστά στη μητέρα του.
— Χρόνια πολλά, μαμά.
Εκείνη τον άνοιξε με δάχτυλα που έτρεμαν. Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία: ο Ηλίας, η Μαρία και ο μικρός Θεόδωρος σε μια παραλία. Και οι τρεις κοιτούσαν ο ένας τον άλλον χαμογελώντας, με εκείνη τη γαλήνη που δεν προσποιείται κανείς. Στην πίσω πλευρά ήταν γραμμένη μια φράση: «Οικογένεια είναι οι άνθρωποι που μένουν δίπλα σου. Ακόμη κι όταν όλοι οι άλλοι γυρίζουν την πλάτη».
Η Καλλιόπη Βασιλάκη κράτησε τη φωτογραφία τόσο δυνατά, που οι αρθρώσεις των δαχτύλων της άσπρισαν.
— Θεέ μου… Τι έκανα… Ηλία, συγχώρεσέ με. Σε παρακαλώ. Δεν έβλεπα. Ήμουν ανόητη.
— Φοβόσουν — είπε εκείνος ήρεμα. — Φοβόσουν πως θα γίνω σαν τον Στέφανο. Αδύναμος. Αποτυχημένος. Και αποφάσισες πως ήταν καλύτερα να κόψεις τα πάντα από πριν.
— Ναι… Ναι, φοβόμουν…
— Μόνο που δεν έκοψες από τη ζωή σου έναν αποτυχημένο, μαμά. Έκοψες τον γιο σου. Εγώ δεν υπήρξα ποτέ ο Στέφανος. Εσύ απλώς δεν μπόρεσες να το δεις.
Σταμάτησε. Η Μαρία κρατούσε το χέρι του Θεόδωρου.
— Και ξέρεις ποιο είναι το πιο παράξενο; Δεν σου κρατάω κακία. Όχι πια. Ο θυμός έσβησε τότε που καταφέραμε για πρώτη φορά να νοικιάσουμε ένα αξιοπρεπές σπίτι. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως δεν σε είχα πλέον ανάγκη. Ούτε τα χρήματά σου, ούτε την έγκρισή σου, ούτε την αγάπη σου. Τίποτα.
Η Καλλιόπη ξέσπασε σε λυγμούς. Οι καλεσμένοι απέφυγαν να την κοιτάξουν.
— Πρέπει να φύγουμε — είπε ο Ηλίας και έπιασε το χέρι της Μαρίας. — Ο Θεόδωρος κουράστηκε και έχουμε να διασχίσουμε την πόλη.
Η Καλλιόπη πετάχτηκε όρθια.
— Περίμενε! Μη φύγεις έτσι… Θέλω να τα διορθώσω όλα. Δώσε μου μια ευκαιρία!
Εκείνος σταμάτησε. Γύρισε πίσω και την κοίταξε για ώρα, σαν να ζύγιζε κάθε πιθανή απάντηση. Ύστερα άπλωσε το χέρι του. Όχι για αγκαλιά. Για χειραψία.
— Μπορούμε να βλεπόμαστε, μαμά. Πού και πού. Αλλά μόνο σαν ίσοι. Χωρίς κριτικές, χωρίς μαθήματα, χωρίς υποδείξεις. Τη ζωή μας τη χτίσαμε χωρίς εσένα. Και είναι δική μας. Αν μπορείς να το αποδεχτείς, η Μαρία θα σου δώσει το τηλέφωνό της.
Η Καλλιόπη κοίταξε το απλωμένο χέρι. Έπειτα, αργά, σαν να φοβόταν μήπως ο γιος της αλλάξει γνώμη, το έσφιξε. Δεν ήταν μητρική αγκαλιά. Ήταν μια ψυχρή, σχεδόν επαγγελματική χειραψία.
Ο Ηλίας έγνεψε σιωπηλά. Η Μαρία πήρε τον Θεόδωρο από το χέρι και οι τρεις τους κατευθύνθηκαν προς την έξοδο. Στην πόρτα, το παιδί γύρισε και τους χαιρέτησε με το χέρι, αυθόρμητα, παιδικά, καθαρά. Έπειτα η πόρτα έκλεισε.
Η Καλλιόπη σωριάστηκε ξανά στην καρέκλα της. Η αίθουσα είχε βυθιστεί σε μια βαριά, πνιγηρή σιωπή. Ένας σερβιτόρος πλησίασε διστακτικά με έναν δίσκο, όμως εκείνη τον απομάκρυνε με μια μικρή κίνηση του χεριού.
Ο Γιώργος ήταν ο πρώτος που μίλησε.
— Μαμά, τι έγινε τώρα; Πιες λίγο νερό.
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι. Κοίταξε τον μικρότερο γιο της: το περιποιημένο πρόσωπο, τη σιγουριά ανθρώπου που πάντα ήξερε πως, ό,τι κι αν συνέβαινε, η μητέρα του θα τον τραβούσε έξω από τη δυσκολία.
— Γιώργο, αν τότε είχα πετάξει κι εσένα έξω, όπως τον Ηλία… θα τα κατάφερνες; Θα μπορούσες να κάνεις όσα έκανε εκείνος;
Εκείνος συνοφρυώθηκε.
— Τι εννοείς; Τι θα μπορούσα να κάνω;
— Να ξεκινήσεις από το μηδέν. Χωρίς εμένα. Χωρίς χρήματα. Χωρίς καμία πλάτη.
Ο Γιώργος έχασε για λίγο τη βεβαιότητά του. Η Δήμητρα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Ο Λάμπρος γέλασε δυνατά, μα το γέλιο του ακούστηκε ψεύτικο.
— Μαμά, τι ερωτήσεις είναι αυτές τώρα; Οικογένεια είμαστε. Οι δικοί άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλον.
— Οικογένεια — επανέλαβε η Καλλιόπη. — Ναι. Μόνο που εγώ τον Ηλία δεν τον βοήθησα. Τον έδιωξα. Κι εκείνος έγινε πιο δυνατός από εσάς τους δύο μαζί.
Το πρόσωπο του Γιώργου κοκκίνισε. Ο Λάμπρος έσφιξε τα δόντια. Στο διπλανό τραπέζι, οι καλεσμένοι αντάλλαξαν ματιές· κάποιοι με συμπόνια, άλλοι με μια ικανοποίηση που δεν κατάφερναν να κρύψουν.
Μια φίλη της Καλλιόπης έσκυψε προς το μέρος της και ψιθύρισε αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί:
— Καλλιόπη, εσύ έλεγες πάντα πως αυτός δεν θα πετύχαινε τίποτα. Κι όμως, να που τελικά είναι ο πιο επιτυχημένος από τους γιους σου.
Η Καλλιόπη Βασιλάκη έσφιξε τη φωτογραφία.
