“Ας δει πώς ζουν οι κανονικοί άνθρωποι” είπε η Καλλιόπη ειρωνικά περιμένοντας να εμφανιστεί ο Ηλίας

Η ψυχρή περιφρόνηση έκρυβε ανεξιχνίαστες πληγές.
Ιστορίες

— Ο Ηλίας έχει αναλάβει την αρχιτεκτονική των πληροφοριακών συστημάτων, κι εγώ τη διαχείριση των προϊόντων. Πέρσι ανοίξαμε και στις ευρωπαϊκές αγορές.

Ο Λάμπρος ξεφύσησε αμήχανα, σαν να προσπαθούσε να γελάσει.

— Ναι, βέβαια… νεοφυείς επιχειρήσεις. Τώρα όλοι μια startup ανοίγουν.

Η Μαρία γύρισε προς το μέρος του. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα ευγενικό χαμόγελο, όμως το βλέμμα της είχε σκληρύνει.

— Όχι όλοι, Λάμπρο. Εμείς όμως τα καταφέραμε.

Η σιωπή γύρω από το τραπέζι βάρυνε απότομα. Η Καλλιόπη Βασιλάκη κοιτούσε τον γιο της και δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό της αυτό που έβλεπε. Πώς είχε γίνει έτσι; Από πού είχε ξεπηδήσει αυτή η σιγουριά; Πού βρέθηκαν τα χρήματα, το κοστούμι, αυτή η γυναίκα δίπλα του, που δεν θύμιζε πια σε τίποτα το άβγαλτο, συνεσταλμένο κορίτσι από την επαρχία;

Μια καλεσμένη, γειτόνισσα της Καλλιόπης Βασιλάκη, έγειρε προς τη φίλη της και ψιθύρισε τόσο δυνατά ώστε να ακουστεί:

— Να μια ανατροπή… Κι όμως, εκείνη μας έλεγε πάντα πως ο μεγάλος της γιος ήταν άχρηστος.

Το πρόσωπο της Καλλιόπης άδειασε από χρώμα.

Ο Ηλίας πλησίασε τον δεκάχρονο Λεωνίδα, τον γιο του Γιώργου, και κάθισε στο ύψος του. Το παιδί τον κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν από περιέργεια.

— Γεια σου, Λεωνίδα. Πόσο είσαι τώρα;

— Δέκα — αποκρίθηκε εκείνος, κουνώντας το κεφάλι.

Ο Ηλίας έβγαλε από την τσέπη του μια ανάγλυφη επαγγελματική κάρτα και του την πρόσφερε.

— Αν κάποια στιγμή θελήσεις να μάθεις πώς φτιάχνονται τα προγράμματα ή πώς λειτουργεί μια εταιρεία, τηλεφώνησέ μου. Έλα από το γραφείο μας και θα σου δείξω.

Ο Γιώργος σφίχτηκε αμέσως.

— Ηλία, μην…

— Μην τι, Γιώργο; Να καλέσω τον ανιψιό μου να μας επισκεφθεί; — Ο Ηλίας σηκώθηκε όρθιος. — Δεν πρόκειται να τον παρασύρω πουθενά. Θέλω μόνο να δει πως υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος.

Ο Λεωνίδας κρατούσε την κάρτα σαν να του είχαν χαρίσει κάτι ανεκτίμητο. Ο Γιώργος έσφιξε τα δόντια.

Ο Ηλίας επέστρεψε κοντά στο τραπέζι της εορτάζουσας. Η Καλλιόπη Βασιλάκη βρήκε επιτέλους τη φωνή της.

— Ηλία, εγώ… Δεν φανταζόμουν πως εσύ…

— Πως θα μπορούσα να τα καταφέρω; — συμπλήρωσε εκείνος αντί για αυτήν. — Το θυμάμαι. Πριν από έντεκα χρόνια το είπες μπροστά σε όλους. Ότι είμαι αποτυχημένος. Ότι κουράστηκες να σέρνεις πίσω σου ένα βάρος. Ότι εγώ δεν θα πετύχαινα ποτέ τίποτα.

Εκείνη χλόμιασε ακόμη περισσότερο. Οι καλεσμένοι σώπασαν τελείως και άρχισαν να προσποιούνται πως είχαν ξαφνικά τεράστιο ενδιαφέρον για τα πιάτα τους.

— Ηλία, συγχώρεσέ με… Δεν ήθελα να…

— Ήθελες — τη διέκοψε ήρεμα, χωρίς αγριάδα, σαν να διατύπωνε απλώς ένα γεγονός. — Και ξέρεις κάτι; Σε ευχαριστώ. Εκείνη η ταπείνωση ήταν που μας ανάγκασε, εμένα και τη Μαρία, να καταλάβουμε το σημαντικότερο: ότι δεν είχαμε κανέναν άλλον να στηριχτούμε παρά μόνο ο ένας στον άλλον.

Η Μαρία ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του άντρα της. Όχι για να τον σταματήσει, αλλά για να του θυμίσει πως στεκόταν εκεί, δίπλα του.

Ο Ηλίας πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε με πιο σταθερό τόνο:

— Τότε δεν είχαμε τίποτα. Νοικιάζαμε ένα μικρό δωμάτιο σε φοιτητική εστία. Η Μαρία δούλευε σε τηλεφωνικό κέντρο κι εγώ έγραφα κώδικα τα βράδια. Τα δύο πρώτα χρόνια μετρούσαμε και το τελευταίο ευρώ. Μετά γεννήθηκε ο Θεόδωρος και όλα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα. Παρ’ όλα αυτά, δεν ζητήσαμε βοήθεια. Από κανέναν.

Το βλέμμα του πέρασε αργά πάνω από το τραπέζι: από το ακριβό ρολόι του Γιώργου, στο αυτάρεσκο πρόσωπο του Λάμπρου, κι ύστερα στο μαργαριταρένιο κολιέ της Καλλιόπης Βασιλάκη.

— Την πρώτη μας ανάθεση την πήραμε ύστερα από τρία χρόνια. Ήταν μικρή. Έπειτα ήρθε άλλη μία. Μετά άρχισαν να μας προσέχουν οι επενδυτές. Δημιουργήσαμε ένα προϊόν που έλυνε ένα πραγματικό πρόβλημα. Κι από εκεί και πέρα όλα πήραν μπροστά.

Ο Λάμπρος έκανε μια γκριμάτσα.

— Εύκολο να μιλάς τώρα που πέτυχες.

Ο Ηλίας στράφηκε προς το μέρος του. Για πρώτη φορά, στη φωνή του ακούστηκε καθαρή αυστηρότητα.

— Εύκολο; Λάμπρο, έχεις μείνει ποτέ δύο μέρες χωρίς ύπνο; Έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν θα περισσέψουν χρήματα για φαγητό; Έχεις δει τη γυναίκα σου να περιμένει στην ουρά για δωρεάν παιδικά ρούχα, ενώ εσύ παριστάνεις τον επιτυχημένο σε μια επαγγελματική συνάντηση; Όχι. Γιατί η μητέρα φρόντιζε πάντα να υπάρχει δίχτυ ασφαλείας κάτω από τα πόδια σας. Στον Γιώργο έδωσε διαμέρισμα. Σε εσένα γνωριμίες. Σε εμάς τίποτα. Και τελικά αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.

Η Καλλιόπη Βασιλάκη έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της.

Ψίθυροι Ζωής