“Ας δει πώς ζουν οι κανονικοί άνθρωποι” είπε η Καλλιόπη ειρωνικά περιμένοντας να εμφανιστεί ο Ηλίας

Η ψυχρή περιφρόνηση έκρυβε ανεξιχνίαστες πληγές.
Ιστορίες

Η πεθερά κάλεσε τον γιο της και τη γυναίκα του στην επέτειο των γενεθλίων της μόνο για να τους περιγελάσει — ανθρώπους που είχε να δει έντεκα ολόκληρα χρόνια. Μόνο που, στο τέλος, το γέλιο δεν βγήκε σε εκείνη…

— Μαμά, γιατί στέκεσαι ακίνητη εδώ; Όλοι έχουν ήδη μπει στην αίθουσα.

Η Καλλιόπη Βασιλάκη ίσιωσε το μαργαριταρένιο κολιέ της — δώρο του Γιώργου για τα εξηκοστά της γενέθλια — και χαμογέλασε αχνά.

— Σκέφτομαι αν θα εμφανιστεί ο Ηλίας.

Ο Γιώργος φύσηξε με δυσφορία.

— Και γιατί τον κάλεσες; Έντεκα χρόνια δεν είχατε καμία επαφή, και μια χαρά ήμασταν.

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. Ούτε η ίδια δεν ήξερε ακριβώς τι την είχε σπρώξει να το κάνει. Ίσως ήθελε να δει πόσο είχε κατρακυλήσει. Ο Ηλίας. Ο πρωτότοκος. Από τον Στέφανο. Από εκείνον τον γάμο που προτιμούσε να μη θυμάται. Αποτυχημένος πατέρας, αποτυχημένος γιος. Ξένο αίμα.

— Ας δει πώς ζουν οι κανονικοί άνθρωποι — είπε η Καλλιόπη Βασιλάκη, προχωρώντας προς την είσοδο της αίθουσας. — Μπορεί, έστω και τώρα, να ντραπεί λιγάκι.

Το εστιατόριο έσφυζε από κόσμο και φωνές. Τα τραπέζια λύγιζαν από τους μεζέδες, οι σερβιτόροι γέμιζαν ποτήρια με σαμπάνια. Η Καλλιόπη Βασιλάκη δεχόταν ευχές, χαμογελούσε ευγενικά, όμως με την άκρη του ματιού της παρακολουθούσε διαρκώς την πόρτα. Ο Ηλίας δεν φαινόταν πουθενά.

Δειλός, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Φοβάται να παρουσιαστεί.

Πριν από έντεκα χρόνια εκείνη τον είχε διώξει. Τότε της είχε ζητήσει χρήματα — για σπίτι, για κάποια προκαταβολή. Κι εκείνη του αρνήθηκε. Μπροστά στους άλλους γιους της. Μπροστά στη Μαρία του, εκείνο το άχρωμο, ήσυχο κορίτσι από την επαρχία. Του τα είπε όλα κατάμουτρα: πως είχε κουραστεί να συντηρεί έναν χαμένο, πως αρκετά τον ανεχόταν και πως ήταν ώρα να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Ο Ηλίας τότε απλώς γύρισε την πλάτη και έφυγε. Δεν τηλεφώνησε ποτέ ξανά. Χάθηκε.

Και τώρα τον είχε προσκαλέσει εκείνη. Σαν αστείο. Για να δείξει στον Γιώργο και στον Λάμπρο: βλέπετε; Είχα δίκιο. Δεν κατάφερε τίποτα στη ζωή του.

Η πόρτα του εστιατορίου άνοιξε.

Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς τα εκεί. Στην αίθουσα μπήκε ένας άντρας με κοστούμι που τραβούσε το μάτι όχι επειδή ήταν κραυγαλέο, αλλά επειδή έπεφτε άψογα πάνω του, από ύφασμα φανερά ακριβό, και συνόδευε μια στάση γεμάτη αυτοπεποίθηση.

Δίπλα του περπατούσε μια γυναίκα με φόρεμα σε απόχρωση κρέμας και χτένισμα βγαλμένο λες από περιοδικό. Από το χέρι της κρατιόταν ένα αγόρι περίπου οκτώ ετών, τόσο καλοντυμένο που έμοιαζε έτοιμο για δεξίωση πρεσβείας.

Η Καλλιόπη Βασιλάκη πάγωσε. Δεν τους αναγνώρισε. Αυτοί οι άνθρωποι έδειχναν σαν να είχαν μπει σε λάθος χώρο — υπερβολικά κομψοί, υπερβολικά σπουδαίοι για τη δική της γιορτή.

Ο Γιώργος τη σκούντησε με τον αγκώνα.

— Ποιοι είναι αυτοί; Κάλεσες κανέναν συνεργάτη;

Ο άντρας κατευθύνθηκε ίσια προς το τραπέζι τους. Το βλέμμα του πέρασε πάνω από την αίθουσα ήρεμα, μετρημένα. Στον καρπό του άστραψε ένα ρολόι που άξιζε περισσότερο από το αυτοκίνητο του Γιώργου.

Στάθηκε μπροστά στην εορτάζουσα.

— Καλησπέρα, μαμά. Είμαι ο Ηλίας.

Η Καλλιόπη Βασιλάκη ένιωσε σαν να της κόπηκε η ανάσα. Ο Γιώργος έμεινε ακίνητος με το ποτήρι μισοσηκωμένο προς το στόμα. Ο Λάμπρος άφησε το πιρούνι του να πέσει.

Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος γιος της. Όχι όμως εκείνο το σκυφτό, μονίμως ένοχο αγόρι που θυμόταν. Μπροστά της στεκόταν ένας άντρας από τον οποίο έβγαινε τόση σιγουριά, που λες και άλλαζε ο αέρας γύρω του.

Ο Ηλίας γύρισε προς τη γυναίκα στο πλευρό του.

— Η Μαρία. Η γυναίκα μου. Και ο γιος μας, ο Θεόδωρος.

Η Μαρία έγνεψε ελαφρά, χωρίς φόβο, χωρίς απολογητικό ύφος. Φερόταν σαν άνθρωπος συνηθισμένος σε ακριβά εστιατόρια και σε βλέμματα στραμμένα πάνω του.

Η Καλλιόπη Βασιλάκη άνοιξε το στόμα της, μα δεν βγήκε λέξη. Στο τραπέζι απλώθηκε σιωπή.

Ο Γιώργος δεν άντεξε άλλο.

— Με τι ασχολείσαι; Πού δουλεύεις;

Ο Ηλίας κοίταξε τον αδελφό του. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε ούτε πρόκληση ούτε περιφρόνηση. Μόνο γαλήνη.

— Η Μαρία κι εγώ έχουμε δική μας επιχείρηση. Αναπτύσσουμε συστήματα πληρωμών για διεθνείς εταιρείες.

Η Μαρία πήρε τον λόγο χαμηλόφωνα.

Ψίθυροι Ζωής