«Μέσα σε αυτό το σπίτι δεν είσαι τίποτα. Βάλ’ το καλά στο μυαλό σου, μια για πάντα» — είπε η Φωτεινή Οικονόμου με απαξιωτικό τόνο, αφήνοντας την Άννα σιωπηλή

Απάνθρωπη αλαζονεία, εξοργιστικά αδικαιολόγητη επίθεση.
Ιστορίες

Το έκοψε μόνος του, με προσοχή, σε καλοσχηματισμένες φέτες. Έτρωγε αργά, χωρίς βιασύνη, και παρατηρούσε την Άννα με εκείνο ακριβώς το χαμόγελο που τώρα πια της πάγωνε το στομάχι.

— Πώς τακτοποιείστε; ρώτησε.

— Καλά, απάντησε η Άννα.

— Δεν σκέφτεστε να κάνετε καμιά ανακαίνιση; είπε, αφήνοντας το βλέμμα του να γλιστρήσει γύρω στην κουζίνα. Εδώ, ας πούμε, θα μπορούσε να πέσει ο τοίχος. Θα άνοιγε πολύ ο χώρος. Ξέρω ένα συνεργείο, μπορώ να το κανονίσω.

— Προς το παρόν δεν το έχουμε στα σχέδιά μας.

Ο Γρηγόριος Ρούσσος έγνεψε. Ούτε παρεξηγήθηκε ούτε επέμεινε. Απλώς το κατέγραψε κάπου μέσα του. Αυτό έκανε πάντα. Δεν πίεζε ποτέ φανερά. Πρότεινε. Ήρεμα, σχεδόν πατρικά, με τρόπο που έμοιαζε αθώος. Μόνο που κάθε του πρόταση ήταν σαν ένα μικρό τούβλο σε μια κατασκευή που έχτιζε αργά, μεθοδικά, δίχως να δείχνει σε κανέναν τα σχέδια.

Όταν εκείνος έφυγε, η Άννα έμεινε πολλή ώρα να σκέφτεται εκείνο το καρπούζι. Τον τρόπο που το είχε κόψει. Σίγουρος, άνετος, σαν νοικοκύρης. Σαν να ήταν δικό του το τραπέζι. Δική του η κουζίνα. Δικά του όλα.

Την Τετάρτη πήγε ξανά στον Κωνσταντίνο Καζαντζή.

Η συζήτησή τους κράτησε αρκετά. Η Άννα ρωτούσε, εκείνος απαντούσε, πότε πότε σηκωνόταν, έψαχνε μέσα σε φακέλους, της έδειχνε άρθρα, διατάξεις, διατυπώσεις. Στο τέλος της συνάντησης δεν είχε απλώς πάρει μια συμβουλή. Είχε στα χέρια της ένα σχέδιο.

Συγκεκριμένο, νομικά δεμένο, χωρίς περιττές κινήσεις.

Βγαίνοντας από το κτίριο των γραφείων, ένιωσε κάτι παράξενο. Δεν ήταν χαρά. Ούτε ανακούφιση ακριβώς. Ήταν μάλλον εκείνη η καθαρή, ψύχραιμη διαύγεια που σε πιάνει όταν σταματάς να φοβάσαι και αρχίζεις να πράττεις. Όταν η ομίχλη ανοίγει και ο δρόμος φαίνεται μπροστά σου.

Πέρασε στην καφετέρια απέναντι, παρήγγειλε έναν εσπρέσο και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Έξω, η πόλη συνέχιζε τη συνηθισμένη της ζωή: διανομείς πάνω σε ποδήλατα, μια κοπέλα που κρατούσε σκύλο από το λουρί, ένας ηλικιωμένος με εφημερίδα στο χέρι. Κανείς τους δεν ήξερε πως εκεί, σ’ εκείνο το τραπεζάκι, μια γυναίκα τριάντα χρονών είχε μόλις αποφασίσει για τη ζωή της.

Το κινητό της δονήθηκε. Ήταν ο Ανδρέας.

— Πού είσαι; Η μαμά ρωτάει αν θα έρθεις για φαγητό.

Η Άννα κοίταξε την οθόνη. Ύστερα τον δρόμο έξω. Μετά πάλι την οθόνη.

— Θα αργήσω, έγραψε.

Έβαλε το τηλέφωνο στην τσάντα της, ήπιε τον καφέ ως την τελευταία γουλιά και σκέφτηκε πως η Φωτεινή Οικονόμου μπορούσε να ρωτά όσο ήθελε. Εκείνη είχε πια σημαντικότερα πράγματα να κάνει από το να εμφανίζεται σε ξένα δείπνα.

Το απόσπασμα από το μητρώο θα έφτανε σε δύο εβδομάδες.

Θα περίμενε.

Το έγγραφο ήρθε Πέμπτη πρωί, στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο. Η Άννα άνοιξε το μήνυμα ενώ ήταν ακόμη στο κρεβάτι, μισοκλείνοντας τα μάτια από το φως της οθόνης. Το διάβασε. Το ξαναδιάβασε. Έκλεισε το κινητό. Έμεινε για ένα λεπτό ακίνητη, κοιτάζοντας το ταβάνι.

Απ’ έξω η πόλη είχε ήδη ξυπνήσει. Μηχανές αυτοκινήτων, φωνές από την αυλή, κάπου μακριά ο βόμβος μιας μηχανής που κούρευε χορτάρι. Ένα συνηθισμένο πρωινό. Το τελευταίο της πρωινό σ’ εκείνο το διαμέρισμα.

Σηκώθηκε, πλύθηκε, ντύθηκε. Πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε καφέ. Ο Ανδρέας κοιμόταν ακόμη· πάντα αργούσε να σηκωθεί, μέχρι τις δέκα, καμιά φορά και μέχρι τις έντεκα, εκτός αν τον έπαιρνε η μητέρα του τηλέφωνο.

Η Άννα στάθηκε στο παράθυρο, κρατώντας την κούπα με τα δύο χέρια, και κοίταξε την αυλή. Τις κούνιες, την αμμοδόχο, τη λεύκα με το σπασμένο κλαδί. Τρεις εβδομάδες έβλεπε αυτό το ίδιο κομμάτι κόσμου και σκεφτόταν: να, αυτό είναι δικό μου. Τώρα το κοιτούσε και σκεφτόταν κάτι άλλο.

Δικό σου δεν είναι τα τετραγωνικά μέτρα. Δικό σου είναι εκεί όπου κανείς δεν μπαίνει κρατώντας ξένη σφουγγαρίστρα και δεν σε κοιτάζει σαν προσωρινή υπηρέτρια.

Άφησε την κούπα στον πάγκο. Πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε τον Κωνσταντίνο Καζαντζή.

— Τα χαρτιά είναι έτοιμα, είπε. Είμαι έτοιμη κι εγώ.

Ο Ανδρέας ξύπνησε στις δέκα και μισή. Βγήκε στην κουζίνα χασμουρητός, με ένα τσαλακωμένο μπλουζάκι, και σταμάτησε απότομα.

Η Άννα καθόταν στο τραπέζι. Μπροστά της βρισκόταν ένας φάκελος γεμάτος έγγραφα.

— Τι είναι αυτά; ρώτησε.

— Κάθισε, είπε εκείνη. Πρέπει να μιλήσουμε.

Μίλησε ήρεμα και με λίγα λόγια. Χωρίς ξεσπάσματα, χωρίς δάκρυα, χωρίς εκείνη τη θεατρικότητα που ίσως περίμενε εκείνος. Του εξήγησε ότι το διαμέρισμα είχε αγοραστεί με δικά της χρήματα, πως αυτό αποδεικνυόταν με έγγραφα, πως το μερίδιό της ήταν κατοχυρωμένο. Είχε ήδη καταθέσει αίτηση για διανομή της περιουσίας. Ο δικηγόρος είχε αναλάβει.

Ο Ανδρέας την άκουγε με το πρόσωπο ανθρώπου που άκουγε μια γλώσσα εντελώς άγνωστη.

— Άννα… περίμενε. Δηλαδή τι; Φεύγεις;

— Ναι.

— Μα… γιατί; Εξαιτίας της μαμάς;

Τον κοίταξε. Αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο είχε ζήσει δύο χρόνια, που κάποτε τον είχε αγαπήσει — ή νόμιζε πως τον είχε αγαπήσει. Δεν ήταν κακός. Απλώς της ήταν πια απολύτως ξένος.

— Όχι μόνο εξαιτίας της μητέρας σου, Ανδρέα.

Εκείνος άπλωσε το χέρι προς το κινητό του. Φυσικά, θα τηλεφωνούσε στη Φωτεινή Οικονόμου. Η Άννα δεν έμεινε να περιμένει τη συνέχεια. Πήρε την τσάντα που είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ, όσο εκείνος κοιμόταν, και βγήκε από το σπίτι.

Η Φωτεινή Οικονόμου κατέφτασε σαράντα λεπτά αργότερα· η Άννα το έμαθε από τη γειτόνισσα, με την οποία είχε προλάβει να πιάσει φιλία. Φώναζε στην είσοδο της πολυκατοικίας.

Ψίθυροι Ζωής