“Από σήμερα τον μισθό σου θα τον διαχειρίζομαι εγώ” — είπε η Ειρήνη ψυχρά, αφήνοντας το ζευγάρι άφωνο

Η επιβολή της είναι εξοργιστικά άδικη και αλαζονική.
Ιστορίες

— Τότε γύρνα στην τρίτη σελίδα και διάβασέ την προσεκτικά.

Η πεθερά μου δεν έκανε καμία κίνηση να πιάσει το χαρτί.

— Για ποιο λόγο;

— Γι’ αυτό ακριβώς το έφερα.

Για λίγες στιγμές, μέσα στο δωμάτιο ακουγόταν μόνο το ξερό τικ-τακ του ρολογιού στον τοίχο.

Τελικά η Ειρήνη τράβηξε τα φύλλα προς το μέρος της.

Το βλέμμα της καρφώθηκε σε μία και μοναδική γραμμή.

Αμέσως μετά δίπλωσε απότομα τα χαρτιά.

— Αυτό δεν θα το συζητήσουμε εδώ.

— Κι όμως, είπε ο Λεωνίδας. — Εδώ ακριβώς θα το συζητήσουμε.

— Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει επιτέλους τι συμβαίνει; πετάχτηκα εγώ, μη αντέχοντας άλλο αυτή τη σιωπή.

Ο Λεωνίδας, για πρώτη φορά, γύρισε και με κοίταξε.

Το πρόσωπό του έδειχνε εξαντλημένο.

— Πριν από τρεις εβδομάδες έλαβα ειδοποίηση από την τράπεζα για έναν παλιό αποταμιευτικό λογαριασμό.

— Τι παλιό λογαριασμό;

— Έναν που είχε ανοίξει στο όνομά μου ο πατέρας μου.

Η Ειρήνη τον διέκοψε αμέσως.

— Λεωνίδα, σταμάτα τώρα.

— Όχι.

Ο πατέρας του Λεωνίδα, ο Σταύρος, είχε φύγει από τη ζωή πριν από τέσσερα χρόνια. Ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος, δούλευε μια ζωή ως ηλεκτρολόγος και, όταν στο σπίτι άναβαν καβγάδες, προτιμούσε συνήθως να βγαίνει στον κήπο παρά να πάρει θέση.

Εγώ τον είχα γνωρίσει μόνο για έξι χρόνια.

Ήξερα όμως καλά πως είχε την τάση να κρατάει τα πάντα γραπτώς. Τη λίστα για τα ψώνια, τα σέρβις του αυτοκινήτου, τα φάρμακα, ακόμα και τα έξοδα βενζίνης από τις διακοπές στη Θάσο.

Ο Λεωνίδας έδειξε το αντίγραφο κίνησης.

— Ο πατέρας μου άνοιξε αυτόν τον λογαριασμό το 2008. Δεν υπήρχε καμία περιουσία μέσα. Έβαζε στην αρχή πενήντα ή εβδομήντα ευρώ τον μήνα, αργότερα περισσότερα. Έλεγε πως κάποτε μπορεί να μου φανούν χρήσιμα, για σπίτι ή για παιδί.

— Γιατί δεν το ήξερα εγώ αυτό; ρώτησα.

— Για πολύ καιρό δεν το ήξερα ούτε εγώ.

Η Ειρήνη σηκώθηκε απότομα.

— Θέλω καφέ.

— Μαμά, κάθισε.

— Δεν έχεις δικαίωμα να μου μιλάς με αυτόν τον τόνο.

— Και με ποιον τόνο πρέπει να σου μιλήσω;

Πάγωσα.

Ο Λεωνίδας δεν είχε μιλήσει ποτέ έτσι στη μητέρα του.

Η Ειρήνη ξανακάθισε αργά, σαν να αναγκαζόταν να υπακούσει.

— Εκείνος ο λογαριασμός έκλεισε πριν από χρόνια, είπε.

— Ναι. Το 2019.

— Τότε τι ακριβώς συζητάμε;

— Το πού κατέληξαν τα χρήματα.

Τα χείλη της Ειρήνης σφίχτηκαν.

Ο Λεωνίδας γύρισε το χαρτί προς το μέρος μου για να μπορώ κι εγώ να δω.

Στη σελίδα φαίνονταν αρκετές παλιές συναλλαγές.

Δίπλα σε μία από αυτές, ένα ποσό ήταν κυκλωμένο με χοντρό στυλό:

12.000 €.

Δικαιούχος: Ε. Κ.

Το πλήρες όνομα της Ειρήνης ήταν Ειρήνη Κοβατσή.

— Αυτό… πήγε σε εσένα; τη ρώτησα.

Δεν απάντησε.

Απάντησε ο Λεωνίδας αντί για εκείνη.

— Ναι.

— Γιατί;

— Αυτό προσπαθώ να μάθω κι εγώ.

Η Ειρήνη κούνησε το κεφάλι της.

— Αυτό το είχαμε συζητήσει εκατό φορές με τον πατέρα σου.

— Εγώ δεν συζήτησα τίποτα με κανέναν.

— Ήσουν νέος τότε.

— Ήμουν τριάντα χρονών.

— Και πάλι.

— Ο πατέρας μου μάζευε χρήματα για μένα πάνω από δέκα χρόνια. Κι ύστερα, λίγο πριν αγοράσουμε σπίτι με την Ελένη, σχεδόν όλο το ποσό μεταφέρθηκε σε εσένα.

— Δεν “μεταφέρθηκε”. Ο πατέρας σου το έστειλε.

— Εσύ του το ζήτησες.

Η Ειρήνη στράφηκε προς εμένα.

— Βλέπεις; Γι’ αυτό δεν έπρεπε να ανακατεύεσαι σε όλα.

— Εγώ δεν είπα ούτε λέξη.

— Εξαιτίας σου τα ξεθάβει όλα αυτά.

Ο Λεωνίδας χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι.

Όχι δυνατά, αλλά αρκετά ώστε τα πιάτα να τρίζουν.

— Μην το φορτώνεις σε εκείνη.

Η Ειρήνη σώπασε.

— Τρεις εβδομάδες ψάχνω μόνος μου, συνέχισε εκείνος. — Πήρα τηλέφωνο στην τράπεζα. Βρήκα τα παλιά χαρτιά του πατέρα. Μίλησα και με τη Νεφέλη.

— Με τη Νεφέλη; ρώτησα.

Τότε ήταν που άλλαξε πραγματικά το πρόσωπο της Ειρήνης.

— Τι σου είπε; ρώτησε βιαστικά.

Ο Λεωνίδας έγειρε πίσω στην καρέκλα του.

— Αυτά που εσύ δεν μου είπες ποτέ.

Έτσι αποκαλύφθηκε πως η Ειρήνη δεν είχε ξοδέψει τα χρήματα για τον εαυτό της.

Τουλάχιστον όχι άμεσα.

Την άνοιξη του 2019, το πρώτο ινστιτούτο αισθητικής της Νεφέλης είχε βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν πλήρωνε στην ώρα του το ενοίκιο, χρωστούσε σε δύο προμηθευτές και είχε δανειστεί χρήματα και από έναν γνωστό της.

Συνολικά της έλειπαν σχεδόν 12.500 €.

Η Ειρήνη το ήξερε.

Το ήξερε και ο Σταύρος.

Η Νεφέλη, όμως, έτρεμε στην ιδέα πως θα το μάθαινε ο Λεωνίδας, επειδή στο παρελθόν την είχε ήδη βοηθήσει δύο φορές.

Γι’ αυτό η Ειρήνη είπε στον άντρα της να χρησιμοποιήσουν τις αποταμιεύσεις του Λεωνίδα.

Ψίθυροι Ζωής