— Άφησες τη γυναίκα σου να το σκάσει έτσι απλά; Άντρας είσαι εσύ ή διακοσμητικό; Και ποιος είναι αυτός ο γενειοφόρος; Πού ήσουν όταν μάζευε τα πράγματά της;
— Έπινα.
— Φυσικά! Τι ρωτάω κι εγώ; Εννοείται πως έπινες. Κι εκείνη, στο μεταξύ, πήρε τα πόδια της στον ώμο και πέταξε για ζεστά μέρη με τον αγαπητικό της. Δεν έχει τίποτα ιερό μέσα της. Κι εσύ κάθεσαι σαν βρεγμένη κότα. Ντροπή σου! Σήκω τώρα αμέσως, πήγαινε να τη βρεις, ψάξ’ την!
— Και για ποιο λόγο, μαμά; — χαμογέλασε στραβά ο Σπυρίδων. — Μου το έγραψε καθαρά: «Αντίο». Δεν άφησε κανένα περιθώριο. Κι έπειτα… τώρα τα έχει όλα. Χρήματα, διαβατήριο και, απ’ ό,τι φαίνεται, ίσως και ευτυχία.
— Αχ, Σπυρίδων… Σπυρίδων… Τι ανόητος που είσαι. Κι εγώ ακόμα πιο ανόητη, γριά γυναίκα. — Η Αικατερίνη κάθισε βαριά στο σκαμνί και κάρφωσε το βλέμμα της στα πλακάκια. — Εγώ τα χάλασα όλα. Σε εσάς έπρεπε να είχα αγοράσει το ταξίδι, σε σένα και τη Δήμητρα. Όχι σε μένα.
Πέρασε ένας μήνας. Η Δήμητρα δεν γύρισε.
Από τις φωτογραφίες που ανέβαζε στα κοινωνικά δίκτυα, η Αικατερίνη κατάλαβε πως η Δήμητρα δεν βρισκόταν τελικά στην Τουρκία, αλλά στην Κύπρο. Έπειτα εμφανίστηκε στη Ρώμη. Ύστερα στο Παρίσι. Σε κάθε εικόνα χαμογελούσε, γελούσε δυνατά, πόζαρε μπροστά στον Πύργο του Άιφελ φορώντας ένα φόρεμα στο χρώμα του καπνιστού σολομού. Ο γενειοφόρος λεγόταν Πέτρος· χωρισμένος, επιχειρηματίας, εγκατεστημένος στην Ευρώπη.
Κάτω από μία από τις φωτογραφίες η Δήμητρα είχε γράψει: «Όταν μια γυναίκα σταματά να περιμένει το θαύμα από τον άντρα της, το βρίσκει μόνη της».
Λίγο αργότερα έφτασαν τα χαρτιά του διαζυγίου. Ο Σπυρίδων ούτε καν τα διάβασε. Έβαλε απλώς την υπογραφή του μηχανικά, σαν υπνωτισμένος, και τα πήγε πίσω στο ταχυδρομείο.
Στην κουζίνα καθόταν η Αικατερίνη, που μέσα σε αυτές τις εβδομάδες είχε ασπρίσει ολόκληρη, και ψιθύριζε:
— Κι εγώ νόμιζα πως ήθελα το καλό του γιου μου… Και τελικά τον άφησα μόνο. Να πώς είναι: λαχτάρησα θάλασσες και διακοπές, και τώρα μας έμειναν η μοναξιά και η ντροπή…
Πέρασαν ακόμη δύο εβδομάδες. Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι.
Ο Σπυρίδων άνοιξε απρόθυμα. Στο κατώφλι στεκόταν η Δήμητρα — όμορφη, περιποιημένη, με κομψή μπλούζα και ένα απαλό μεσογειακό μαύρισμα στο δέρμα. Για λίγες στιγμές δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
— Γεια σου, Σπυρίδων! — είπε εκείνη και μπήκε στο διαμέρισμα, λες και δεν είχε εξαφανιστεί ποτέ. — Θέλω να πάρω μερικά πράγματα. Παλιές φωτογραφίες, έγγραφα. Δεν σε πειράζει, έτσι;
Εκείνος έγνεψε σιωπηλά. Έμεινε για λίγο ακίνητος, χωρίς να μιλά. Στο τέλος, όμως, δεν άντεξε και ρώτησε:
— Είσαι… είσαι ευτυχισμένη με αυτόν τον Πέτρο;
— Ναι. Είμαι ευτυχισμένη. Και μάλιστα πολύ. Αλλά το σημαντικότερο είναι πως εκείνος με σέβεται. Εσύ δεν με σεβάστηκες ποτέ.
— Επειδή τότε αγόρασα το ταξίδι στη μητέρα μου και όχι σε εσένα;
— Όχι, Σπυρίδων.
