“Δήμητρα, ξέχνα την άδειά σου, ακυρώνεται” — ανακοίνωσε ο Σπυρίδων στο δείπνο και εκείνη απάντησε με ένα γαλήνιο, αινιγματικό χαμόγελο

Αυτή η σιωπηλή ανοχή ήταν βαθιά προδοτική.
Ιστορίες

Έτρεξε σχεδόν σκοντάφτοντας προς την ντουλάπα. Εκεί τον περίμενε δεύτερο χτύπημα: τα μισά της ρούχα έλειπαν. Από το μπουντουάρ είχαν κάνει φτερά τα αρώματά της, οι κρέμες της, ακόμη κι εκείνο το ολοκαίνουργιο μαγιό που είχε αγοράσει ειδικά για τις διακοπές.

Το σπίτι έμοιαζε ξαφνικά σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ μέσα του η Δήμητρα.

Την άλλη μέρα εμφανίστηκε μήνυμα στο κινητό του: «Αντίο, Σπυρίδων. Αφού δεν μπορείς να μου προσφέρεις θάλασσα, θα τη βρω μόνη μου, όπως αρμόζει σε μια όμορφη γυναίκα. Μη μελαγχολείς και, κυρίως, μην το παρακάνεις με το ποτό· ούτε νηφάλιος είσαι κανένα κελεπούρι. Δήμητρα».

Κάτω από τις λέξεις υπήρχε και φωτογραφία. Η Δήμητρα στεκόταν μπροστά σε μια γαλαζοπράσινη θάλασσα, φορώντας πλατύγυρο καπέλο και κοντό φόρεμα με προκλητικό ντεκολτέ, κρατώντας ένα κοκτέιλ. Δίπλα της, ένας ψηλός άντρας με μούσι και κατάλευκο πουκάμισο την αγκάλιαζε χαμογελαστός. Και οι δυο τους είχαν εκείνη την ανυπόφορη, λαμπερή έκφραση ανθρώπων που νιώθουν ερωτευμένοι και αδικαιολόγητα ευτυχισμένοι.

Ο Σπυρίδων έμεινε να κοιτάζει την οθόνη, ανίκανος να χωνέψει αυτό που έβλεπε. Δηλαδή τι ακριβώς είχε συμβεί; Του είχε φύγει με κάποιον άγνωστο; Και το σπίτι; Η οικογένεια; Οι υποσχέσεις, οι βέρες, όλα αυτά που υποτίθεται πως σήμαιναν κάτι;

Για τρεις ολόκληρες μέρες δεν ξεμύτισε από το διαμέρισμα και έπινε. Στην αρχή μπίρες, ύστερα τσίπουρο, και προς το τέλος κάτι σκοτεινό σε πλαστικό μπουκάλι, που ούτε ο ίδιος δεν θυμόταν πότε και γιατί το είχε αγοράσει. Η τηλεόραση παρέμενε σβηστή. Τη σιωπή την έσπαγε μόνο το παραπονεμένο νιαούρισμα της πεινασμένης γάτας, που επιβίωνε αρπάζοντας ό,τι έβρισκε πάνω στο τραπέζι όσο το αφεντικό της βρισκόταν αναίσθητο στον καναπέ.

Η Δήμητρα είχε χαθεί λες και την είχε καταπιεί ο αέρας.

Την έβδομη μέρα γύρισε στο σπίτι η Αικατερίνη. Μαυρισμένη, ζωηρή, με γυαλιά ηλίου στο κεφάλι και ένα μαγνητάκι σε σχήμα καμήλας στο χέρι.

— Γιε μου, γύρισα! — ανακοίνωσε χαρούμενα. — Δεν φαντάζεσαι τι ωραία ήταν! Η θάλασσα κρύσταλλο, το φαγητό σαν καλό εστιατόριο. Βέβαια, έφαγα τόσα σταφύλια που πέρασα ένα εικοσιτετράωρο κλεισμένη στο δωμάτιο, αλλά τι δωμάτιο! Με θέα στην πισίνα, όνειρο. Α, και πού είναι η Δημητρούλα;

Ο Σπυρίδων καθόταν στην πολυθρόνα αξύριστος, πρησμένος, με ένα σώβρακο κι ένα ξεθωριασμένο φανελάκι. Μπροστά του υπήρχε ένα άδειο μπουκάλι και ένα μπολ με παγωμένα μακαρόνια.

— Η Δημητρούλα… είναι στη θάλασσα, — απάντησε βραχνά. — Με τον εραστή της. Τη δεύτερη μέρα αφού έφυγες, μαμά, εξαφανίστηκε. Μου έστειλε μήνυμα πως, αφού δεν της εξασφάλισα εγώ διακοπές, θα τις εξασφάλιζε μόνη της. Μετά ήρθε και η φωτογραφία… Αγκαλιά με έναν μούσια, να πίνουν κοκτέιλ.

Η Αικατερίνη πάγωσε στη θέση της. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα αμίλητη, σαν να μην είχε καταλάβει τις λέξεις. Ύστερα άνοιξε το στόμα της και ούρλιαξε:

— Μα τι πράγματα είναι αυτά; Τι αηδίες ακούω; Κι εσύ, ρε άχρηστε, τι έκανες;

Ψίθυροι Ζωής