μέχρι και τις μικροεπισκευές του σπιτιού.
Σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, όλα κατέληξαν στους δικούς μου ώμους.
Την ίδια ώρα, η Κυριακή τηλεφωνούσε στον γιο της κάθε μέρα.
«Ανδρέα, έφαγες;»
«Ανδρέα, πέρνα από εμένα μετά τη δουλειά.»
«Ανδρέα, σου έφτιαξα το αγαπημένο σου φαγητό.»
Και όταν ο Ανδρέας επέστρεφε στο σπίτι, μία από τις πρώτες κουβέντες που άκουγα ήταν πάντα η ίδια.
«Η μαμά λέει πως πρέπει να μαγειρεύεις πιο συχνά.»
Χαμογελούσα.
«Βεβαίως.»
Μέσα μου, όμως, ένιωθα να αδειάζω όλο και περισσότερο.
Ένα βράδυ γύρισα από τη δουλειά περίπου στις επτά.
Η μέρα μου ήταν απαίσια.
Δεν είχα πια δύναμη ούτε να σταθώ όρθια.
Ο Ανδρέας ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ και κοιτούσε το κινητό του.
«Γεια», είπε, χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα.
«Έφαγες;» τον ρώτησα.
«Όχι.»
«Πεινάς;»
«Πολύ.»
Άφησα την τσάντα μου κάτω.
«Τότε ας παραγγείλουμε κάτι.»
Με κοίταξε σαν να είχα μόλις προτείνει το πιο παράλογο πράγμα στον κόσμο.
«Να παραγγείλουμε;»
«Ναι.»
«Η μητέρα μου λέει ότι μια γυναίκα πρέπει να μπορεί να φροντίζει το σπίτι της.»
Γύρισα αργά προς το μέρος του.
«Η μητέρα σου λέει πάρα πολλά.»
«Μην αρχίζεις πάλι.»
Πήγα στην κουζίνα και άνοιξα το ψυγείο.
Ήταν σχεδόν άδειο.
Κι όμως, μόλις δύο μέρες πριν είχα πάει για ψώνια.
Μόνο που ο Ανδρέας είχε πάρει μεγάλο μέρος από τα τρόφιμα και τα είχε πάει στη μητέρα του, επειδή η Κυριακή είχε πει ότι τα χρειαζόταν.
Έβγαλα το κινητό μου.
«Θα παραγγείλω πίτσα.»
«Όχι.»
«Γιατί όχι;»
«Αύριο έρχεται η μαμά.»
«Και λοιπόν;»
«Θέλει να είναι όλα τακτοποιημένα.»
Τον κοίταξα σιωπηλή για μια στιγμή.
«Ανδρέα, μόλις γύρισα από τη δουλειά.»
«Θα σε βοηθήσω.»
«Αλήθεια;»
«Ναι.»
Σηκώθηκε από τον καναπέ.
Πήρε δύο ποτήρια από το ντουλάπι και τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι.
«Έτοιμο.»
Τον κοίταξα.
Και τότε γέλασα.
Όχι επειδή ήταν αστείο.
Αλλά επειδή είχα φτάσει στα όριά μου.
«Έχεις δίκιο», του είπα.
«Σε τι;»
«Έτσι δεν γίνεται να συνεχίσουμε.»
Κάθισε απέναντί μου.
«Επιτέλους το κατάλαβες.»
Εκείνο το ίδιο βράδυ τού εξήγησα καθαρά πως έπρεπε να μοιραζόμαστε και τα έξοδα και τις δουλειές του σπιτιού.
Μου υποσχέθηκε ότι θα άλλαζε.
Για λίγες μέρες, μάλιστα, φάνηκε σαν να προσπαθούσε πραγματικά.
Ύστερα ήρθε η Κυριακή.
Κοίταξε γύρω της στην κουζίνα.
Έριξε μια ματιά στα άπλυτα.
Μετά παρατήρησε το σαλόνι.
Και είπε:
«Ανδρέα, πρέπει να μιλήσεις με τη γυναίκα σου.»
Στεκόμουν ακριβώς μπροστά της.
«Μπορείτε να μιλήσετε και απευθείας σε εμένα.»
Η Κυριακή χαμογέλασε συγκρατημένα.
«Δεν θέλω καβγάδες.»
«Ούτε κι εγώ.»
«Τότε πρέπει να καταλάβεις ότι ο γιος μου χρειάζεται μια γυναίκα που να τον φροντίζει.»
Την κοίταξα στα μάτια.
«Ο γιος σας είναι ενήλικος άντρας.»
Η Κυριακή δεν απάντησε.
Αλλά ο Ανδρέας μπήκε στη μέση.
«Σε ένα πράγμα η μαμά έχει δίκιο.»
Στράφηκα προς εκείνον.
«Σε ποιο πράγμα;»
«Εγώ δουλεύω όλη μέρα.»
«Κι εγώ το ίδιο.»
«Ναι, αλλά εσύ ξέρεις να οργανώνεις καλύτερα το σπίτι.»
Αυτές οι λέξεις με πλήγωσαν περισσότερο απ’ όσο εκείνος θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει.
Δεν είπα τίποτα.
Συνέχισα.
Για μήνες.
Ώσπου έφτασαν τα γενέθλιά μου.
Από τον Ανδρέα δεν ήθελα τίποτε σπουδαίο.
Μόνο ένα ήσυχο βράδυ.
Οι δυο μας.
Αντί γι’ αυτό, εκείνος εμφανίστηκε στο σπίτι συνοδευόμενος από τους δικούς του.
