«Αφού ο μισθός σου καταλήγει έτσι κι αλλιώς στη μητέρα σου, ας αναλάβει λοιπόν εκείνη να σου μαγειρεύει». Το είπα τόσο ήρεμα, που τρόμαξα κι εγώ η ίδια με την ψυχραιμία της φωνής μου.
Ο άντρας μου, ο Ανδρέας, πάγωσε στο κατώφλι της κουζίνας.
Για λίγα δευτερόλεπτα, μέσα στο σπίτι μας απλώθηκε μια απόλυτη σιωπή. Η πεθερά μου, η Κυριακή, καθόταν στο τραπέζι και με κοίταζε σαν να είχα διαπράξει το πιο ασυγχώρητο αμάρτημα.
«Τι είπες;» με ρώτησε ο Ανδρέας.
«Με άκουσες πολύ καλά».

Έλυσα την ποδιά μου και την ακούμπησα προσεκτικά πάνω στον πάγκο.
«Από τη στιγμή που κάθε μήνα ο μισθός σου μεταφέρεται στον λογαριασμό της μητέρας σου, από σήμερα μπορεί να φροντίζει εκείνη και για το βραδινό σου».
Η Κυριακή χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι.
«Τι είδους γυναίκα είσαι εσύ;»
Την κοίταξα χωρίς να υψώσω τον τόνο μου.
«Μια γυναίκα εξαντλημένη».
Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, δεν έφτιαξα δείπνο.
Και το επόμενο πρωί κατέθεσα αίτηση διαζυγίου.
Για να καταλάβει όμως κανείς πώς φτάσαμε μέχρι εκεί, πρέπει να γυρίσω αρκετά χρόνια πίσω.
Όταν παντρευτήκαμε με τον Ανδρέα, δουλεύαμε και οι δύο. Εγώ ήμουν λογίστρια σε ένα μικρό γραφείο, ενώ εκείνος εργαζόταν σε μεταφορική εταιρεία.
Μέναμε σε ένα απλό, ταπεινό διαμέρισμα, αποπληρώναμε μαζί ένα δάνειο και κάναμε όνειρα για όσα θα χτίζαμε στο μέλλον.
Στην αρχή όλα ήταν κοινά.
Τα έξοδα.
Οι λογαριασμοί.
Τα ψώνια.
Η καθαριότητα.
Το μαγείρεμα.
Δεν ήμασταν το τέλειο ζευγάρι, όμως τα καταφέρναμε. Υπήρχε μια ισορροπία, ένας ρυθμός, μια συνεννόηση.
Μέχρι που η Κυριακή άρχισε να μπαίνει όλο και πιο συχνά στην καθημερινότητά μας.
Ο Ανδρέας ήταν πάντοτε δεμένος με τη μητέρα του.
Ίσως περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Στην αρχή δεν με ενοχλούσε. Μου φαινόταν φυσικό μια μητέρα να αγαπά τον γιο της και να νοιάζεται γι’ αυτόν.
Ύστερα, όμως, άρχισαν τα μικρά σχόλια.
«Ανδρέα, μην τρως τέτοια πράγματα. Θα σου φτιάξω εγώ κάτι καλύτερο».
«Ανδρέα, σου φτάνουν τα χρήματα;»
«Ανδρέα, γιατί αγοράζει τόσα πολλά η γυναίκα σου;»
«Ανδρέα, πρέπει να κάνεις περισσότερη οικονομία».
Προσπαθούσα να μην ανακατεύομαι. Έλεγα στον εαυτό μου πως δεν άξιζε να δώσω συνέχεια, πως ήταν απλώς μια μητέρα που δεν μπορούσε να αποδεχτεί εύκολα ότι ο γιος της είχε πια δική του οικογένεια.
Μέχρι που ένα βράδυ ο Ανδρέας γύρισε από τη δουλειά και μου ανακοίνωσε:
«Αποφάσισα να δίνω στη μητέρα μου ένα μέρος από τον μισθό μου».
Τον κοίταξα απορημένη.
«Για ποιον λόγο;»
«Λέει πως ξέρει να διαχειρίζεται τα χρήματα καλύτερα».
«Και πόσα σκέφτεσαι να της δίνεις;»
«Σχεδόν όλα».
Για μια στιγμή πίστεψα πως δεν είχα ακούσει σωστά.
«Σχεδόν ολόκληρο τον μισθό σου;»
«Ναι. Θα πληρώνει εκείνη μερικά δικά μου έξοδα και τα υπόλοιπα θα τα αποταμιεύει».
«Ανδρέα, έχουμε δάνειο».
«Το ξέρω».
«Έχουμε λογαριασμούς».
«Το ξέρω».
«Τότε γιατί ο μισθός σου δεν θα μπαίνει πια στο κοινό μας σπίτι;»
Συνοφρυώθηκε, σαν να ήμουν εγώ η παράλογη.
«Είναι μητέρα μου. Θέλω να τη βοηθήσω».
Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισαν τα πραγματικά μας προβλήματα.
Ο Ανδρέας συνέχισε να δουλεύει.
Κι εγώ το ίδιο.
Μόνο που κάθε φορά που ερχόταν η ώρα να πληρωθούν οι υποχρεώσεις, τα δικά του χρήματα είχαν ως διά μαγείας εξαφανιστεί.
«Αυτόν τον μήνα θα πληρώσω εγώ», έλεγε.
Ύστερα έφτανε το τέλος του μήνα.
«Δεν μου φτάνουν τα χρήματα».
Και πλήρωνα εγώ.
Στην αρχή ήταν εκατό ευρώ.
Μετά έγιναν διακόσια.
Αργότερα τετρακόσια.
Σιγά σιγά, βρέθηκα να καλύπτω μόνη μου τα τρόφιμα, τους λογαριασμούς και τα καθαριστικά.
