Μαζί του είχαν έρθει η μητέρα του, ο αδελφός του, η αδελφή του και δύο παιδιά.
«Έκπληξη!»
Κοίταξα το τραπέζι. Ήταν άδειο.
«Δεν υπάρχει τίποτα έτοιμο για φαγητό.»
Η Κυριακή χαμογέλασε σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.
«Νόμιζα πως θα είχες μαγειρέψει κάτι.»
Ο Ανδρέας έβγαλε το μπουφάν του και το κρέμασε στην καρέκλα.
«Έλα τώρα, αγάπη μου. Αφού εσύ μαγειρεύεις υπέροχα.»
Έτσι, τη μέρα των δικών μου γενεθλίων, βρέθηκα να ετοιμάζω φαγητό για οκτώ ανθρώπους.
Κανείς δεν μου ευχήθηκε, ώσπου εμφανίστηκε η τούρτα στο τραπέζι.
Και την τούρτα την είχε φέρει η Κυριακή.
Όταν έφυγαν όλοι, έμεινα μόνη στην κουζίνα, ανάμεσα σε άπλυτα πιάτα και κατσαρόλες.
Λίγο αργότερα μπήκε ο Ανδρέας.
«Ωραία βραδιά δεν ήταν;»
Τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να πιστέψω αυτό που άκουγα.
«Σήμερα είχα γενέθλια.»
«Το ξέρω.»
«Και πέρασα τη μέρα μου μαγειρεύοντας για τη μητέρα σου, τον αδελφό σου, την αδελφή σου και τα παιδιά.»
«Μα είναι η οικογένειά μου.»
Έμεινα να τον κοιτάζω για πολλή ώρα.
«Κι εγώ τι είμαι;»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε.
Εκείνο το βράδυ άνοιξα τους λογαριασμούς μας και έβγαλα τις κινήσεις της τράπεζας.
Δεν το έκανα από περιέργεια.
Το έκανα επειδή δεν γινόταν πια αλλιώς.
Άρχισα να υπολογίζω όλα τα έξοδα των τελευταίων έξι μηνών.
Τη δόση του δανείου.
Τους λογαριασμούς.
Το σούπερ μάρκετ.
Τις ασφάλειες.
Τις επισκευές.
Ακόμη και τη βενζίνη που ξοδεύαμε κάθε φορά που πηγαίναμε στους δικούς του.
Όταν πρόσθεσα τα ποσά, πάγωσα.
Σχεδόν το εβδομήντα τοις εκατό των κοινών μας εξόδων το πλήρωνα εγώ.
Και ο Ανδρέας συνέχιζε να δίνει τον μισθό του στη μητέρα του.
Αποφάσισα πως έπρεπε να μιλήσω μαζί του.
«Θέλω να δω καθαρά την οικονομική μας κατάσταση.»
Ο Ανδρέας σφίχτηκε αμέσως.
«Γιατί;»
«Επειδή είμαστε παντρεμένοι.»
«Δεν χρειάζεται να ελέγχεις τα λεφτά μου.»
«Δεν θέλω να ελέγξω τίποτα. Θέλω να καταλάβω πώς υποτίθεται ότι θα συνεχίσουμε έτσι.»
Πήρε το κινητό του στα χέρια, σαν να ήθελε να αποφύγει το βλέμμα μου.
«Η μητέρα μου διαχειρίζεται τον μισθό μου.»
Τον κοίταξα άφωνη.
«Και πόσα σου αφήνει;»
«Εξαρτάται.»
«Πόσα, Ανδρέα;»
Σώπασε για μερικά δευτερόλεπτα.
Ύστερα ψιθύρισε:
«Περίπου εξακόσια ευρώ τον μήνα.»
Έμεινα να τον κοιτάζω.
«Βγάζεις πολύ περισσότερα.»
«Η μαμά κρατάει τα υπόλοιπα για αποταμίευση.»
«Από πότε γίνεται αυτό;»
«Δύο χρόνια.»
Δύο χρόνια.
Επί δύο ολόκληρα χρόνια εγώ σήκωνα σχεδόν όλο το βάρος.
Κι εκείνος παρέδιδε τον μισθό του στη μητέρα του.
Όμως το χειρότερο δεν το είχα μάθει ακόμη.
Λίγες μέρες αργότερα βρήκα ένα τραπεζικό αποδεικτικό.
Τα χρήματα δεν είχαν μπει σε κανέναν λογαριασμό αποταμίευσης.
Ήταν έμβασμα.
1.800 ευρώ.
Από τον Ανδρέα προς την Κυριακή.
Στην αιτιολογία έγραφε:
«Ανακαίνιση κουζίνας.»
Τον κάλεσα αμέσως.
«Ανδρέα, γιατί έστειλες στη μητέρα σου 1.800 ευρώ;»
«Για την κουζίνα.»
«Ποια κουζίνα;»
«Τη δική της.»
«Γιατί;»
«Τα χρειαζόταν.»
«Και η δική μας δόση;»
«Μην το κάνεις θέμα.»
Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου έσπασε.
Το ίδιο βράδυ ήρθε η Κυριακή στο σπίτι μας.
Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας σαν να βρισκόταν στο δικό της σπίτι.
«Ο Ανδρέας μου είπε ότι είσαι θυμωμένη.»
«Δεν είμαι θυμωμένη.»
«Ωραία.»
«Είμαι κουρασμένη.»
Η Κυριακή αναστέναξε επιδεικτικά.
«Πρέπει να καταλάβεις πως ένας άντρας έχει δικαίωμα να στηρίζει τη μητέρα του.»
«Ας τη στηρίζει, λοιπόν.»
«Τότε ποιο είναι το πρόβλημα;»
Κοίταξα πρώτα τον Ανδρέα και ύστερα εκείνη.
«Το πρόβλημα είναι ότι εκείνος σε συντηρεί από τον μισθό του.»
