«Χρειάζομαι μια γυναίκα αντάξια του επιπέδου μου» — είπε ο Πάνος καθώς πέταγε τον φάκελο του διαζυγίου πάνω στο τραπέζι

Απάνθρωπος, ντροπιαστικός χωρισμός που ξεφτίζει την αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

Η εντολή μου ήταν απολύτως ξεκάθαρη:

— Να αξιολογηθούν όλοι με τα ίδια μέτρα. Αν ο Πάνος αξίζει, δώστε του την ευκαιρία. Αν όχι, δεν θέλω να τύχει καμίας ιδιαίτερης μεταχείρισης εξαιτίας μου.

Τη θέση την πήρε με τη δική του δουλειά.

Ύστερα ακολούθησαν κι άλλα έργα.

Προαγωγές.

Καλύτερες απολαβές.

Ποτέ δεν ζήτησα να τον ανεβάσουν στην ιεραρχία.

Το μόνο που έκανα ήταν να φροντίσω να μη θαφτεί η προσπάθειά του από εσωτερικές ισορροπίες, προσωπικές αντιπάθειες ή παιχνίδια εξουσίας. Ήθελα απλώς η απόδοσή του να κριθεί δίκαια.

Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα.

Ο Πάνος άρχισε να βλέπει κάθε επιτυχία σαν απόδειξη πως ήταν ανώτερος από τους γύρω του.

Πρώτα άλλαξε αυτοκίνητο.

Μετά ρολόι.

Έπειτα παρέες.

Και στο τέλος άλλαξε ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο με κοιτούσε.

Μία εβδομάδα μετά τον χωρισμό μας, ανέβασε φωτογραφίες με τη Θεοδώρα, την κόρη ενός γνωστού επιχειρηματία της περιοχής.

Καλοντυμένη.

Κοινωνική.

Συνηθισμένη σε δεξιώσεις, επαγγελματικά δείπνα και αίθουσες όπου οι άνθρωποι μιλούσαν χαμηλόφωνα για μεγάλα ποσά.

Σε ένα εταιρικό δείπνο, κάποιος τον ρώτησε για μένα.

Μπροστά σε αρκετά στελέχη, ο Πάνος απάντησε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό:

— Απλώς δεν ταιριάζαμε. Εγώ χρειαζόμουν μια γυναίκα του επιπέδου μου. Εκείνη έπαιρνε εννιακόσια ευρώ και δεν είχε καμία γνωριμία.

Την ίδια στιγμή που εκείνος έλεγε αυτά τα λόγια, εγώ περνούσα για πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια την πόρτα της αίθουσας συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου του Ομίλου Άλταβιστα.

Πάνω από είκοσι ανώτερα στελέχη σηκώθηκαν όρθια.

— Καλημέρα, κυρία Πρόεδρε.

Για ώρες εξετάζαμε αποτελέσματα, ισολογισμούς, εκκρεμότητες και στρατηγικές αποφάσεις.

Στο τέλος, ο γενικός διευθυντής ακούμπησε μπροστά μου τους φακέλους αξιολόγησης διαφόρων στελεχών του ομίλου.

Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο φάκελος του Πάνου.

Οι αριθμοί του στις πωλήσεις ήταν πράγματι καλοί.

Όμως, δίπλα στα θετικά στοιχεία, υπήρχαν καινούριες αναφορές.

Προσβλητική συμπεριφορά απέναντι σε υπαλλήλους.

Αποφάσεις που ξεπερνούσαν τα όρια της αρμοδιότητάς του.

Υποτιμητικά σχόλια για εργαζόμενους με χαμηλότερους μισθούς.

Έκλεισα τον φάκελο αργά.

— Υπάρχουν αποδείξεις για όλα αυτά;

— Ναι.

— Τότε θα τον αξιολογήσετε όπως ακριβώς θα αξιολογούσατε οποιοδήποτε άλλο διευθυντικό στέλεχος. Δεν θέλω ούτε προνόμια ούτε προσωπική τιμωρία.

Έναν μήνα αργότερα κληθήκαμε στο οικογενειακό δικαστήριο για να ολοκληρωθεί οριστικά το διαζύγιό μας.

Πήγα μόνη.

Ο Πάνος περίμενε ήδη έξω, έχοντας δίπλα του την Ελπίδα και τη Θεοδώρα.

Η μητέρα του με κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια, σαν να ζύγιζε την αξία μου με το βλέμμα.

— Ευτυχώς που ήρθες. Επιτέλους ο γιος μου θα μπορέσει να ξεκινήσει τη ζωή του με μια γυναίκα που του ταιριάζει πραγματικά.

Η Θεοδώρα χαμογέλασε αμήχανα.

Δεν απάντησα.

Η διαδικασία κράτησε ελάχιστα.

Δεν είχαμε παιδιά.

Δεν υπήρχε κοινή περιουσία για να διεκδικήσουμε.

Και οι δύο συμφωνούσαμε στη λύση του γάμου.

Όταν βγήκαμε από το κτίριο, η Ελπίδα έπιασε τη Θεοδώρα από το μπράτσο.

— Βλέπεις, γιε μου; Μια τέτοια γυναίκα μπορεί στ’ αλήθεια να σταθεί δίπλα σου.

Εγώ συνέχισα να περπατώ προς την έξοδο.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μερικά μαύρα αυτοκίνητα σταμάτησαν μπροστά στο κτίριο.

Ο Πάνος συνοφρυώθηκε.

Από το πρώτο αυτοκίνητο κατέβηκε ο Λεωνίδας Ζωγράφος, ο γενικός διευθυντής της εταιρείας όπου εργαζόταν.

Ο Πάνος ίσιωσε αμέσως το σακάκι του και προχώρησε προς το μέρος του.

— Κύριε Ζωγράφε, καλημέρα σας. Τι έκπληξη να σας βλέπω εδώ.

Ο Λεωνίδας τον χαιρέτησε σχεδόν τυπικά.

Ύστερα πέρασε δίπλα του χωρίς να σταθεί.

Και ήρθε κατευθείαν προς εμένα.

Μπροστά στα μάτια όλων, σταμάτησε, έγειρε ελαφρά το κεφάλι με σεβασμό και είπε με απόλυτα φυσικό τόνο:

— Καλημέρα, κυρία Πρόεδρε. Το διοικητικό συμβούλιο σας περιμένει ήδη.

Πίσω μου δεν ακούστηκε ούτε ανάσα.

Γύρισα αργά.

Το πρόσωπο του Πάνου είχε παγώσει.

Η Ελπίδα κοιτούσε πότε τον Λεωνίδα και πότε εμένα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν επρόκειτο για κάποιο καλοστημένο αστείο.

Η Θεοδώρα ήταν η πρώτη που βρήκε φωνή.

— Πρόεδρος σε τι;

Ο Λεωνίδας απάντησε πριν προλάβω να μιλήσω.

— Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ομίλου Άλταβιστα.

Ο Πάνος γέλασε νευρικά.

— Όχι… αποκλείεται. Κάποιο λάθος έχει γίνει.

Ο Λεωνίδας τον κοίταξε σοβαρά.

— Δεν υπάρχει κανένα λάθος.

— Μα εκείνη δουλεύει σε ένα γραφείο. Παίρνει εννιακόσια ευρώ.

Τον κοίταξα ήρεμα.

— Αυτό είναι αλήθεια.

— Τότε… τι σημαίνουν όλα αυτά;

— Ο μισθός μου στο ίδρυμα ήταν εννιακόσια ευρώ. Απλώς δεν σου είπα ποτέ ότι αυτός ο μισθός αντιπροσώπευε όλη μου την περιουσία.

Ο Πάνος άνοιξε το στόμα του.

Αλλά δεν κατάφερε να βγάλει λέξη.

Ο Λεωνίδας πρόσθεσε:

— Ο Όμιλος Άλταβιστα ελέγχει αρκετές εταιρείες. Ανάμεσά τους και την εταιρεία στην οποία εργάζεστε εσείς.

Το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπο του Πάνου.

Η Ελπίδα έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.

— Όλα αυτά είναι δικά σου;

— Είμαι πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και μέτοχος — απάντησα. — Δεν χρειάζεται να κατέχει κανείς προσωπικά κάθε εταιρεία για να διοικεί έναν όμιλο.

— Και γιατί δεν μας το είπες ποτέ;

Η ερώτησή της μου φάνηκε παράξενη.

— Γιατί όταν παντρεύτηκα τον Πάνο, ήθελα να μάθω αν μπορούσα να χτίσω μια ζωή όπου το επίθετό μου και τα χρήματά μου δεν θα ήταν το σημαντικότερο πράγμα.

Ο Πάνος με κοιτούσε σαν να έβλεπε μπροστά του μια άγνωστη γυναίκα.

— Μελίνα… με βοήθησες στις προαγωγές μου;

— Όχι με τον τρόπο που φαντάζεσαι.

Του εξήγησα μόνο όσα έπρεπε να γνωρίζει.

Ναι, είχα ζητήσει οι αξιολογήσεις του να γίνονται δίκαια.

Ναι, σε ορισμένα έργα είχα φροντίσει να εξεταστεί ξανά η δουλειά του, όταν υπήρχε κίνδυνος να αγνοηθεί για λάθος λόγους.

Όμως ποτέ δεν έδωσα εντολή να προαχθεί και ποτέ δεν υποχρέωσα κανέναν να τον επιλέξει.

— Όταν η δουλειά σου ήταν καλή, ζήτησα να αναγνωριστεί. Κι όταν έκανες λάθη, ήθελα να ισχύουν για σένα οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν για όλους.

Ο Πάνος χαμήλωσε το βλέμμα.

Ξαφνικά, πολλά πράγματα άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους.

Διαπραγματεύσεις που είχαν ανοίξει ξανά χωρίς προφανή λόγο.

Έργα στα οποία του είχε δοθεί δεύτερη ευκαιρία.

Εκείνα τα βράδια που κλεινόμουν για ώρες στο γραφείο, μιλούσα στο τηλέφωνο και του έλεγα πως είχα «μια επαγγελματική συζήτηση».

Για τρία ολόκληρα χρόνια δεν του είχα πει ούτε ένα ψέμα.

Εκείνος απλώς είχε θεωρήσει πως μια γυναίκα χαμηλών τόνων ήταν, αναγκαστικά, και μια γυναίκα χωρίς δύναμη.

— Μελίνα, περίμενε…

— Έχουμε συνεδρίαση — τον διέκοψε ο Λεωνίδας.

Ψίθυροι Ζωής