“Μην αγγίζεις το κινητό! Αυτά τα χρήματα είναι δικά μου, το κατάλαβες;!” — φώναξε η Αναστασία όταν ο άντρας της προσπάθησε να στείλει μεγάλο ποσό στη μητέρα του

Αδικαιολόγητος εγωισμός προκάλεσε δίκαιη οργή.
Ιστορίες

Όλο την κόρη μου σκέφτομαι, — παραπονιόταν η Δέσποινα. — Πώς γίνεται αυτό; Ο γιος μου να ζει άνετα και η αδελφή του να βασανίζεται;

Ο Αλέξανδρος μέρα με τη μέρα σκοτείνιαζε περισσότερο. Η Αναστασία έβλεπε καθαρά πως ο άντρας της λύγιζε κάτω από το βάρος των ενοχών. Η Δέσποινα ήξερε πολύ καλά πού να χτυπήσει· μιλούσε ασταμάτητα για τη δύσκολη ζωή της κόρης της, δίνοντας κάθε φορά και περισσότερες λεπτομέρειες.

— Μαμά, μήπως η Ιωάννα πρέπει να ψάξει μόνη της κάποια λύση; — προσπάθησε κάποια στιγμή να αντιτείνει ο Αλέξανδρος.

— Τι λύση δηλαδή; — εξανέστη η Δέσποινα. — Τα έχει δοκιμάσει όλα! Οι φίλες της δεν μπορούν να της δανείσουν, όλες είναι στριμωγμένες. Η τράπεζα δεν της εγκρίνει δάνειο, γιατί ο μισθός της είναι μικρός.

— Και η πρόνοια; Κάποια κοινωνική υπηρεσία; — πρότεινε η Αναστασία.

— Ποια υπηρεσία; — φύσηξε περιφρονητικά η πεθερά. — Θα τρέχει μήνες με χαρτιά και αιτήσεις και στο τέλος δεν θα βγει τίποτα!

Ήταν πια ολοφάνερο πως η Δέσποινα δεν σκόπευε να κάνει πίσω. Στο μυαλό της, ο γιος της όφειλε να σταθεί στην αδελφή του, και καμία δικαιολογία δεν της φαινόταν αποδεκτή.

Η οριστική συζήτηση έγινε στις είκοσι πέντε Σεπτεμβρίου. Εκείνο το βράδυ, την ώρα του φαγητού, η Δέσποινα ανακοίνωσε σαν να επρόκειτο για κάτι ήδη αποφασισμένο:

— Αλέξανδρε, μίλησα με την Ιωάννα. Χρειάζεται τριακόσια ευρώ. Για τα χρέη της και για να σταθεί λίγο στα πόδια της στην αρχή. Παραπάνω δεν ζητάει.

Ο Αλέξανδρος λίγο έλειψε να πνιγεί με τη σούπα του.

— Τριακόσια; Μαμά, δεν έχουμε τέτοια χρήματα!

— Πώς δεν έχετε; — απόρησε η Δέσποινα. — Η Αναστασία δεν μαζεύει λεφτά; Ξέρω πολύ καλά ότι μαζεύει. Καιρό τώρα…

Η Αναστασία έμεινε ακίνητη με το κουτάλι στο χέρι. Άρα η πεθερά της γνώριζε για τις οικονομίες. Μα από πού;

— Μαμά, αυτά τα χρήματα τα κρατάμε για σπίτι, — προσπάθησε να εξηγήσει ο Αλέξανδρος.

— Για ποιο σπίτι; — έκανε η Δέσποινα κουνώντας το χέρι της απαξιωτικά. — Κι εδώ μια χαρά μένετε! Ενώ η Ιωάννα με το παιδί της τραβάει μαρτύριο!

— Τέσσερα χρόνια τα μαζεύουμε, — ψιθύρισε η Αναστασία. — Είναι η προκαταβολή μας.

— Και λοιπόν; — την κοίταξε ενοχλημένη η πεθερά. — Θα τα ξαναμαζέψετε! Η αδελφή του χρειάζεται βοήθεια τώρα!

— Δέσποινα, καταλαβαίνω πως η Ιωάννα περνάει δύσκολα, αλλά οι οικονομίες μας…

— Ποιες «οικονομίες σας»; — την έκοψε απότομα η πεθερά. — Ο Αλέξανδρος δουλεύει, ο Αλέξανδρος είναι ο άντρας του σπιτιού! Εσύ μήπως βγάζεις περισσότερα από τον άντρα σου;

Η Αναστασία ένιωσε το πρόσωπό της να καίει. Έτσι λοιπόν το έβλεπε η Δέσποινα: επειδή ο γιος της έφερνε περισσότερα χρήματα στο σπίτι, εκείνος είχε και το δικαίωμα να αποφασίζει πού θα πήγαιναν τα οικογενειακά χρήματα.

— Αυτά τα χρήματα τα έβαλα στην άκρη από τον δικό μου μισθό, — είπε η Αναστασία με σταθερή φωνή.

— Και τι σημαίνει αυτό; — δεν υποχώρησε η Δέσποινα. — Σε οικογένεια ζεις! Τρώμε μαζί, τους λογαριασμούς τους πληρώνουμε όλοι μαζί!

— Ναι, αλλά εγώ τα αποταμίευα! Κάθε μήνα έβαζα πενήντα ευρώ στην άκρη!

— Και ποιος σου έδωσε τη δυνατότητα να το κάνεις αυτό; — μισόκλεισε πονηρά τα μάτια η πεθερά. — Αν μένατε μόνοι σας, αυτά τα χρήματα θα τα έδινες στο νοίκι!

Η λογική της πεθεράς ήταν αδιαπέραστη σαν τσιμέντο. Η Δέσποινα θεωρούσε πως, αφού το νεαρό ζευγάρι δεν πλήρωνε ενοίκιο, ό,τι κατάφερνε να αποταμιεύσει ανήκε στην οικογένεια και έπρεπε να το διαχειρίζεται ο άντρας.

— Αλέξανδρε, είσαι άντρας ή δεν είσαι; — συνέχισε να πιέζει τον γιο της. — Δεν μπορείς να βοηθήσεις την ίδια σου την αδελφή;

— Μαμά, θα το σκεφτώ, — απάντησε εκείνος αδύναμα.

— Τι να σκεφτείς; — αγανάκτησε η Δέσποινα. — Δεν υπάρχει χρόνος για σκέψεις! Η Ιωάννα τα χρειάζεται αύριο!

Η Αναστασία σηκώθηκε από το τραπέζι. Η όρεξή της είχε εξαφανιστεί. Ήταν πια βέβαιη πως την επόμενη μέρα η Δέσποινα θα ανάγκαζε τον γιο της να στείλει τα χρήματα στην αδελφή του.

Μπαίνοντας στο δωμάτιό τους, άνοιξε το κουτί με τα μικροπράγματα και μέτρησε τις κάρτες της. Ο λογαριασμός αποταμίευσης, η κάρτα μισθοδοσίας, η κάρτα για τα καθημερινά έξοδα. Όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Το ερώτημα ήταν για πόσο ακόμη.

Ο Αλέξανδρος μπήκε περίπου μισή ώρα αργότερα. Έδειχνε αμήχανος, σαν να είχε ήδη κάνει κάτι για το οποίο ντρεπόταν.

— Αναστασία, η μητέρα μου είπε ότι ξέρει το PIN του αποταμιευτικού σου λογαριασμού, — άρχισε διστακτικά.

— Πώς είναι δυνατόν να το ξέρει; — απόρησε εκείνη.

— Σε είχε δει μια φορά όταν έβγαζες χρήματα.

Η Αναστασία άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Δηλαδή η Δέσποινα την παρακολουθούσε, απομνημόνευσε τους αριθμούς και τώρα μπορούσε, αν ήθελε, να βάλει χέρι στα χρήματά της.

— Αλέξανδρε, αυτές είναι οι δικές μου οικονομίες, — είπε κοφτά. — Τέσσερα χρόνια τις μαζεύω.

— Το καταλαβαίνω, αλλά η μαμά έχει δίκιο. Η Ιωάννα όντως βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

— Τότε ας δουλέψει περισσότερο. Ή ας μετακομίσει σε μια μικρότερη πόλη, όπου η ζωή είναι πιο φτηνή.

— Αναστασία, πώς να μετακομίσει; Με παιδί, χωρίς χρήματα…

— Αν δώσουμε αυτά τα λεφτά, θα πρέπει να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή για το σπίτι. Άλλα τέσσερα χρόνια!

— Όχι τέσσερα. Θα μαζεύουμε μαζί. Θα γίνει πιο γρήγορα.

Η Αναστασία κοίταξε τον άντρα της και κατάλαβε. Ο Αλέξανδρος είχε ήδη αποφασίσει. Το μόνο που ζητούσε ήταν η συγκατάθεσή της, για να μη βασανίζεται από τύψεις.

— Αλέξανδρε, είμαι αντίθετη, — είπε καθαρά. — Αυτά τα χρήματα είναι το μέλλον μας.

— Και η Ιωάννα δεν είναι οικογένειά μας;

— Η Ιωάννα είναι αδελφή σου. Οι οικονομίες όμως είναι δικές μου.

Εκείνος δεν απάντησε. Ξάπλωσε, μα η Αναστασία τον άκουγε για πολλή ώρα να στριφογυρίζει στο κρεβάτι, ανίκανος να κοιμηθεί.

Την επόμενη μέρα η Αναστασία γύρισε από τη δουλειά τη συνηθισμένη ώρα. Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Ο πεθερός δεν είχε επιστρέψει ακόμη, η Δέσποινα καθόταν στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση. Ο Αλέξανδρος βρισκόταν στο δωμάτιό τους, κρατώντας το κινητό στο χέρι.

— Τι κάνεις; — ρώτησε η Αναστασία, βγάζοντας το παλτό της.

— Τίποτα, έτσι… — αποκρίθηκε εκείνος αβέβαια.

Η Αναστασία πλησίασε και έριξε μια ματιά στην οθόνη. Η εφαρμογή της τράπεζας ήταν ανοιχτή. Ο Αλέξανδρος συμπλήρωνε φόρμα μεταφοράς χρημάτων. Στο πεδίο του ποσού φαινόταν καθαρά: δύο χιλιάδες τετρακόσια ευρώ. Όλες οι οικονομίες της.

— Σε ποιον τα στέλνεις; — ρώτησε παγωμένα.

— Η μαμά είπε πως πρέπει να βοηθήσουμε την αδελφή μου, — μουρμούρισε ο Αλέξανδρος. — Η κατάσταση είναι κρίσιμη.

Η Αναστασία ένιωσε τον θυμό να της σφίγγει τα σωθικά· ο άντρας της, λοιπόν, είχε πάρει την απόφασή του.

Ψίθυροι Ζωής