Η Ειρήνη τράβηξε το κινητό από την τσάντα της.
— Εγώ έκανα την κατάθεση στις δεκατέσσερις Αυγούστου.
Η Μαρίνα άφησε έναν βαρύ αναστεναγμό.
— Εντάξει. Ξόδεψα ένα μέρος.
— Σε τι;
Η σιωπή επέστρεψε.
Ο Νικόλαος ακούμπησε αργά το σακάκι του στην καρέκλα, χωρίς όμως να καθίσει. Η Μαρίνα έσφιξε τα χείλη της τόσο δυνατά, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μέσα της την απάντηση.
Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος που το είπε.
— Στον Φίλιππο τα έδωσες;
Τον Φίλιππο δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ από κοντά. Το όνομά του μόνο το είχα ακούσει λίγες φορές. Ήταν ο μικρότερος αδελφός της Μαρίνας, πενήντα δύο χρονών, και μια ζωή περίμενε τη «μεγάλη ευκαιρία». Είχε ανοίξει κατασκευαστική εταιρεία, είχε μπλέξει με εμπόριο αυτοκινήτων, είχε στήσει καφέ και μετά ηλεκτρονικό κατάστημα.
Όλα είχαν κλείσει άδοξα.
Η Μαρίνα κάθισε.
Δεν χρειαζόταν άλλη ομολογία.
Η Ειρήνη χλόμιασε.
— Έδωσες τα δικά μου χρήματα στον Φίλιππο;
— Του τα δάνεισα.
— Τα δικά μου λεφτά;
— Θα τα επιστρέψει.
— Πότε;
Η Μαρίνα δεν μίλησε.
Ο Κωνσταντίνος έκλεισε τα μάτια του.
— Πόσα;
— Τι;
— Πόσα του έχεις δώσει συνολικά;
— Δεν σε αφορά.
— Είμαι ο άντρας σου.
— Ήταν δικές μου οικονομίες.
— Μαρίνα.
Πρώτη φορά άκουγα τον Κωνσταντίνο να μιλάει έτσι. Δεν ύψωσε τη φωνή του. Κι όμως, η Μαρίνα τινάχτηκε σαν να την είχε χτυπήσει.
— Πόσα;
— Τέσσερα εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες.
Η Ειρήνη πετάχτηκε όρθια.
— Ορίστε;
Η Μαρίνα βιάστηκε να συμπληρώσει:
— Δεν ήταν όλα δικά σου.
Η φράση ήταν τόσο παράλογη, που μερικοί αντάλλαξαν βλέμματα γεμάτα δυσπιστία.
Τα μάτια της Ειρήνης γέμισαν δάκρυα.
— Εμένα μου ζήτησες χρήματα επειδή μου είπες ότι ο μπαμπάς δεν είχε αρκετά για την ανακαίνιση.
— Δεν ήθελα να σας ανησυχήσω.
— Και από τον Νικόλαο ζητούσες δύο εκατομμύρια για τον ίδιο λόγο.
Η Μαρίνα γύρισε προς εμένα, λες και ξαφνικά εγώ ήμουν πάλι η αιτία όλων.
— Αν η Άννα δεν ανακατευόταν, θα το λύναμε μεταξύ μας, οικογενειακά.
Ο Νικόλαος στράφηκε τόσο απότομα προς το μέρος της, που τρόμαξα.
— Το λες σοβαρά αυτό;
— Ναι.
— Η Άννα δεν ήξερε καν για ποιον ακριβώς λόγο ζητούσες τα χρήματα.
— Σε έκανε να μου πεις όχι.
Για μια στιγμή ο Νικόλαος την κοίταζε μόνο. Ύστερα μίλησε ήρεμα.
— Ξέρεις γιατί αρνήθηκα;
Η Μαρίνα δεν απάντησε.
— Γιατί εδώ και οκτώ χρόνια βλέπω πώς λειτουργείς.
Σαν να έπεσε ψύχρα στο δωμάτιο.
— Τι εννοείς;
— Ονομάζεις οικογενειακή υποχρέωση οτιδήποτε σε βολεύει.
Η Μαρίνα σηκώθηκε απότομα.
— Εγώ όλη μου τη ζωή για εσάς έζησα!
— Το ξέρω.
— Τότε πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι;
— Επειδή το ότι έκανες πολλά για εμάς δεν σου δίνει το δικαίωμα να μας χειρίζεσαι σαν να σου ανήκουμε.
Και τότε ο Νικόλαος είπε κάτι που αργότερα μου παραδέχτηκε πως το κρατούσε μέσα του χρόνια.
— Όταν έφυγα από το σπίτι στα είκοσι έξι μου, δεν μου μιλούσες τρεις μήνες, γιατί έλεγες πως σε εγκατέλειψα.
Η Μαρίνα έκανε μια απαξιωτική κίνηση.
— Παλιά ιστορία.
— Όταν η Ειρήνη δεν πήγε στη σχολή που ήθελες εσύ, της είπες ότι σε απογοήτευσε.
Η Ειρήνη κατέβασε το κεφάλι.
— Όταν παντρεύτηκα την Άννα, την επόμενη μέρα του γάμου μού είπες πως ελπίζεις κάποτε να καταλάβω ότι βιάστηκα να αποφασίσω.
Αυτό δεν το ήξερα.
Κοίταξα τον Νικόλαο.
Εκείνος δεν γύρισε καν προς εμένα. Είχε τα μάτια του καρφωμένα στη μητέρα του.
— Και τώρα, επειδή δεν σου έδωσα δύο εκατομμύρια, θέλεις να τιμωρήσεις τη γυναίκα μου.
Το πρόσωπο της Μαρίνας κοκκίνισε.
— Δεν έχεις ιδέα πόσα θυσίασα για σένα.
— Έχω.
Η φωνή του Νικόλαου έσπασε.
— Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Είκοσι χρόνια κρατάς λογαριασμό για κάθε θυσία σου, ώστε κάποια μέρα να μας ζητήσεις να πληρώσουμε το τίμημα.
Μετά από αυτό, κανείς δεν είπε λέξη.
Ένιωσα πως κάτι είχε ραγίσει οριστικά.
Όχι όμως ανάμεσα σ’ εμένα και τον Νικόλαο.
Ανάμεσά μας συνέβαινε το αντίθετο.
Γύρισε προς το μέρος μου.
— Πάμε σπίτι;
Έγνεψα καταφατικά.
Φόρεσα το παλτό μου.
Στο χωλ, την ώρα που έβαζα τα παπούτσια μου, η Μαρίνα μας ακολούθησε.
— Νικόλαε.
Ο άντρας μου σταμάτησε.
— Αν φύγεις τώρα, μην έρθεις αύριο σαν να μη συνέβη τίποτα.
Ο Νικόλαος την κοίταξε.
— Δεν θα έρθω.
Ήταν φανερό πως η Μαρίνα δεν περίμενε αυτή την απάντηση.
— Πώς το εννοείς αυτό;
