Η Φωτεινή με κοίταξε σαν να της είχα κάνει προσωπική προσβολή.
— Και μετά τι;
— Μετά θα βρουν κάπου αλλού να μείνουν.
— Δεν έχουν χρήματα για άλλο ενοίκιο!
— Τότε θα ψάξουμε όλοι μαζί μια πραγματική λύση.
— Εγώ τη λύση την έχω ήδη βρει!
— Όχι. Αυτό που βρήκες είναι το σπίτι μου.
Ο Ανδρέας σήκωσε το κεφάλι.
Για πρώτη φορά από τότε που είχε αρχίσει αυτή η συζήτηση, με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
Νομίζω πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβε επιτέλους τι συνέβαινε στ’ αλήθεια.
Η μητέρα του δεν ζητούσε βοήθεια.
Έπαιρνε αποφάσεις στη θέση μας.
Και δεν το έκανε πρώτη φορά. Το έκανε χρόνια.
Τα Χριστούγεννα εκείνη αποφάσιζε πού θα φάμε.
Το καλοκαίρι εκείνη όριζε πότε «έπρεπε» να πάμε να τη δούμε.
Όταν αλλάξαμε αυτοκίνητο, φυσικά είχε άποψη και για το μοντέλο που δήθεν μας ταίριαζε.
Όταν ανακαίνισα την κουζίνα, εμφανίστηκε με έναν κατάλογο στο χέρι και ανακοίνωσε ποια έπιπλα είχαμε, τάχα, διαλέξει.
Πάντα ήταν μικρές παραβιάσεις. Μικρές εισβολές μεταμφιεσμένες σε συμβουλές.
Μόνο που αυτή τη φορά είχε ξεπεράσει κάθε όριο.
Τελικά άνοιξα την αυλόπορτα.
Η Σοφία στεκόταν απ’ έξω μαζί με τον άντρα της, τον Χρήστο, και τα δύο παιδιά τους.
Πίσω τους, όμως, δεν υπήρχε απλώς ένα αυτοκίνητο.
Υπήρχε ένα φορτηγάκι μετακόμισης.
Όχι ένα συνηθισμένο αμάξι.
Φορτηγάκι.
Γεμάτο μέχρι πάνω με κούτες, σακούλες, παιχνίδια και λυμένα έπιπλα.
Εκείνη τη στιγμή χάθηκε και η τελευταία αμφιβολία που είχα.
Η Σοφία κατέβηκε με ένα πλατύ χαμόγελο.
— Επιτέλους!
Πλησίασε για να με αγκαλιάσει.
— Ιωάννα, δεν φαντάζεσαι πόσο σου είμαστε ευγνώμονες!
Έκανα ένα μικρό βήμα πίσω.
— Ευγνώμονες για ποιο πράγμα;
Το χαμόγελό της πάγωσε.
— Ε… για το ότι μπορούμε να μείνουμε εδώ.
Κοίταξε τη μητέρα της.
Η Φωτεινή δεν έβγαλε λέξη.
— Εγώ δεν συμφώνησα σε τίποτα — είπα ήρεμα.
Τα μάτια της Σοφίας άνοιξαν διάπλατα.
— Τι εννοείς;
— Η μητέρα σου σας κάλεσε χωρίς να μιλήσει πρώτα μαζί μου.
Ο Χρήστος άφησε αργά στο έδαφος την κούτα που κρατούσε.
— Η Φωτεινή μάς είπε πως όλα ήταν κανονισμένα.
Γύρισα το βλέμμα μου προς την πεθερά μου.
Αυτό ήταν το δεύτερο μεγάλο της λάθος.
Είχε πει ψέματα και στην ίδια της την κόρη.
— Δεν ήταν κανονισμένο τίποτα.
Η Σοφία στράφηκε προς τον Ανδρέα.
— Δεν το είχες συζητήσει με την Ιωάννα;
— Όχι — παραδέχτηκε εκείνος.
— Μα η μαμά είπε…
— Το είπα γιατί ήξερα πως στο τέλος η Ιωάννα θα δεχόταν! — φώναξε η Φωτεινή.
Κανείς δεν απάντησε.
Ακόμη και τα παιδιά σώπασαν.
Η Φωτεινή ανέπνεε γρήγορα, σαν να μην της έφτανε ο αέρας.
— Ξέρετε κάτι; Βαρέθηκα πια να βλέπω αυτή τη γυναίκα να φέρεται σαν να είναι ξένη μέσα στην οικογένειά μας!
Τα λόγια της με πλήγωσαν.
Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθάρισαν τα πάντα.
— Φωτεινή, βρίσκεσαι τέσσερις μέρες στο σπίτι μου και έχεις ήδη αλλάξει την κουζίνα μου, έχεις κατεβάσει τις κουρτίνες μου και τώρα θέλεις να αποφασίσεις και ποιος θα ζει εδώ. Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι εγώ φέρομαι σε κάποιον σαν ξένο. Ίσως το πρόβλημα είναι ότι εσύ δεν αναγνωρίζεις κανένα όριο.
— Είμαι η μητέρα του Ανδρέα!
— Κι εγώ είμαι η γυναίκα του. Όχι η υπηρέτριά του. Και σίγουρα όχι η διευθύντρια κάποιου οικογενειακού ξενώνα.
Η Σοφία χαμήλωσε το βλέμμα.
Ο Χρήστος έμοιαζε σαν να ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί.
Τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα.
Η Σοφία μίλησε.
— Μαμά, η Ιωάννα όντως δεν ήξερε τίποτα;
Η Φωτεινή έσφιξε τα χείλη.
— Δεν χρειαζόταν να κάνει τόσο μεγάλο θέμα.
— Δεν σε ρώτησα αυτό.
Σιωπή.
— Αλήθεια δεν το ήξερε;
— Σκόπευα να της μιλήσω.
Η Σοφία έκλεισε τα μάτια.
— Θεέ μου…
— Για εσάς το έκανα!
— Εσύ μου είπες ότι θα χαιρόταν που θα ερχόμασταν!
Η Φωτεινή δεν αποκρίθηκε.
Η Σοφία γύρισε προς εμένα.
— Ιωάννα, λυπάμαι πάρα πολύ.
Η φωνή της είχε αλλάξει εντελώς.
— Αν ήξερα πως κανείς δεν σε είχε ρωτήσει, δεν θα ερχόμουν ποτέ εδώ με τόσα πράγματα.
— Το ξέρω.
Και το εννοούσα.
Ο θυμός μου δεν ήταν για εκείνη.
Ήταν για τη Φωτεινή.
Ο Χρήστος έκανε ένα βήμα πιο κοντά.
— Μπορούμε να βρούμε ένα ξενοδοχείο για απόψε.
— Δεν χρειάζεται — απάντησα. — Τα παιδιά είναι κουρασμένα. Απόψε μπορείτε να μείνετε εδώ.
Στο πρόσωπο της Φωτεινής άστραψε αμέσως ένα χαμόγελο θριάμβου.
— Είδες; Το ήξερα ότι…
Σήκωσα το χέρι μου.
