Πάγωσα ως το κόκαλο.
— Συμφώνησες;
Ο Ανδρέας έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
— Ήθελα να σου μιλήσω πρώτα.
— Πότε ακριβώς; Αφού θα είχαν ήδη ακουμπήσει τις βαλίτσες τους μέσα στην κρεβατοκάμαρά μου;
— Δεν μιλάμε για κάτι μόνιμο. Για λίγους μήνες μόνο.
— Λίγους μήνες;
— Δύο… ίσως τρεις.
Η Φωτεινή σήκωσε αδιάφορα το χέρι, σαν να έδιωχνε μια μύγα.
— Ή έξι. Θα δούμε πώς θα πάει.
Την κοίταξα ακίνητη.
Εκεί έκανε το πρώτο της σοβαρό λάθος.
Βιάστηκε να μιλήσει.
— Έξι μήνες;
— Και λοιπόν; — μου πέταξε. — Έχετε πέντε υπνοδωμάτια. Το σπίτι είναι τεράστιο. Δεν θα αφήσεις παιδιά στον δρόμο, ενώ εδώ μέσα υπάρχει χώρος και περισσεύει!
Η φράση της ήταν στημένη με ακρίβεια.
Ήθελε να με στριμώξει στον ρόλο της άκαρδης.
Μόνο που υπήρχε κάτι που η Φωτεινή αγνοούσε.
Κάτι που, για κάποιον λόγο, ο Ανδρέας δεν είχε μπει ποτέ στον κόπο να της ξεκαθαρίσει.
Το σπίτι αυτό δεν ήταν «δικό μας».
Ήταν δικό μου.
Το είχα αγοράσει τρία χρόνια πριν γνωρίσω τον Ανδρέα, με χρήματα που είχα αποταμιεύσει και με ένα μέρος από την κληρονομιά της γιαγιάς μου.
Ο Ανδρέας έμενε εδώ μαζί μου, ναι.
Αλλά το όνομά του δεν είχε γραφτεί ποτέ σε κανένα συμβόλαιο ιδιοκτησίας.
Ανάμεσά μας, αυτό δεν είχε υπάρξει ποτέ ζήτημα.
Μέχρι εκείνη την ημέρα.
Ξαφνικά ακούστηκε μια κόρνα απ’ έξω.
Το πρόσωπο της Φωτεινής φωτίστηκε αμέσως.
— Ήρθαν!
Έσπευσε προς την αυλόπορτα.
— Ανδρέα! Άνοιξέ τους!
— Δεν θα ανοίξει κανείς τίποτα — είπα.
Ο άντρας μου σταμάτησε επιτόπου.
Η Φωτεινή γύρισε αργά και με κοίταξε.
— Τι είπες;
— Είπα πως η πόρτα θα μείνει κλειδωμένη.
— Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά.
Η κόρνα ακούστηκε ξανά, πιο επίμονη αυτή τη φορά.
Ύστερα ήρθε μια γυναικεία φωνή πίσω από την αυλόπορτα.
— Μαμά!
Ήταν η Σοφία.
Η Φωτεινή με πλησίασε με πρόσωπο σκληρό.
— Ιωάννα, μη με ξεφτιλίζεις μπροστά στην κόρη μου.
— Τότε δεν έπρεπε να την καλέσεις να εγκατασταθεί στο σπίτι μου χωρίς να με ρωτήσεις.
— Αυτό το σπίτι ανήκει και στον Ανδρέα!
— Όχι.
Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια του.
Η Φωτεινή ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, σαν να μην είχε καταλάβει.
— Ορίστε;
— Το σπίτι δεν είναι του Ανδρέα.
Μια αλλόκοτη σιωπή έπεσε ανάμεσά μας.
— Τι ανοησίες λες τώρα;
Μπήκα στο σαλόνι.
Η Φωτεινή με ακολούθησε αμέσως.
— Σε σένα μιλάω!
Άνοιξα ένα συρτάρι του γραφείου μου και έβγαλα έναν φάκελο.
Ο Ανδρέας ήξερε πολύ καλά τι περιείχε.
Γι’ αυτό δεν είπε λέξη.
Γύρισα στη βεράντα και ακούμπησα τον φάκελο πάνω στο τραπέζι.
— Διάβασέ το.
Η Φωτεινή δεν τον άγγιξε καν.
— Δεν έχω να διαβάσω τίποτα.
— Τότε θα σου το πω απλά. Αυτό το σπίτι το αγόρασα πριν παντρευτώ τον γιο σου. Είναι γραμμένο αποκλειστικά στο όνομά μου.
Η έκφρασή της άλλαξε.
Ελάχιστα.
Αλλά το είδα.
— Αυτό δεν αλλάζει τίποτα — είπε τελικά. — Ο Ανδρέας είναι άντρας σου.
— Αλλάζει πάρα πολλά, όταν κάποιος αποφασίζει ποιος θα μείνει εδώ για έξι μήνες.
— Για την αδερφή του μιλάμε!
— Κι εγώ μιλάω για το σπίτι μου.
Εκείνη τη στιγμή η Σοφία κορνάρισε ξανά.
Η Φωτεινή έχασε την υπομονή της.
— Ανδρέα, άνοιξε αμέσως αυτή την πόρτα!
Ο άντρας μου κινήθηκε μισό βήμα μπροστά.
— Ανδρέα — είπα ήρεμα —, αν ανοίξεις την αυλόπορτα για να περάσουν μέσα τα πράγματά τους, ενώ μόλις σου ξεκαθάρισα πως δεν δίνω την άδειά μου να εγκατασταθούν εδώ, τότε το πρόβλημα που θα έχουμε δεν θα είναι απλώς ένας οικογενειακός καβγάς.
Σταμάτησε.
Η Φωτεινή τον κοίταξε με αγανάκτηση.
— Σοβαρά τώρα; Θα αφήσεις τη γυναίκα σου να φέρεται έτσι στη μητέρα σου;
Ο Ανδρέας πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Μαμά… έπρεπε πρώτα να το συζητήσεις με την Ιωάννα.
— Μα εσύ συμφώνησες!
— Είπα ότι θα της μιλήσω.
Η Φωτεινή σώπασε.
Αυτό ήταν καινούργιο.
— Τι είπες;
— Είπα πως θα τη ρωτήσω. Δεν σου είπα ποτέ ότι μπορείς να ενημερώσεις τη Σοφία πως έχει δικαίωμα να μετακομίσει εδώ με όλο της το νοικοκυριό.
Το πρόσωπο της Φωτεινής κατακόκκινο.
— Μη μου λες ψέματα!
— Δεν λέω ψέματα.
Τότε κάποιος άρχισε να χτυπά δυνατά την αυλόπορτα.
— Μαμά! — φώναξε η Σοφία. — Το αυτοκίνητο είναι γεμάτο! Άνοιξε!
Η Φωτεινή έδειξε εμένα με το δάχτυλο.
— Θα ανοίξεις αυτή την πόρτα.
— Όχι.
— Ιωάννα…
— Όχι.
— Τα εγγόνια μου είναι εκεί έξω!
— Ως επισκέπτες μπορούν να μπουν. Να πιουν έναν καφέ μαζί μας, να φάνε κάτι, να ξεκουραστούν. Οι βαλίτσες όμως θα μείνουν στο αυτοκίνητο.
