— Χώρισέ με, Γρηγόριε.
Εκείνος πάγωσε. Το χέρι που είχε σηκώσει, έτοιμο για άλλη μια θυμωμένη χειρονομία, έπεσε άτονα στο πλάι.
— Τι είπες;
— Να κάνεις αίτηση διαζυγίου. Το μερίδιό σου στο διαμέρισμα με το στεγαστικό θα το εξαγοράσω μέσω της τράπεζας. Τα χρήματα θα μπουν κανονικά στον λογαριασμό σου. Με άνθρωπο που προσπαθεί να με γδάρει για να πληρωθεί το γλέντι της αδελφής του, δεν πρόκειται να ζήσω ούτε μία μέρα παραπάνω.
Ο Γρηγόριος ανοιγόκλεισε τα μάτια, σαν να μην είχε καταλάβει καλά.
— Δάφνη… τι είναι αυτά που λες τώρα; Πάνω στα νεύρα μου μίλησα. Είπα μια κουβέντα παραπάνω, συμβαίνουν αυτά… Έλα, ας καθίσουμε σαν άνθρωποι να το συζητήσουμε…
— Δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσουμε, — είπε εκείνη, έδωσε στον κλειδαρά την αμοιβή του και πήρε από το χέρι του την αρμαθιά με τα τρία ολοκαίνουργια κλειδιά. — Τα πράγματα της μητέρας σου θα τα μαζέψεις εσύ. Ο χρόνος μετράει από τώρα.
Δυόμισι ώρες αργότερα, στο ισόγειο, μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας, είχαν στοιβαχτεί έξι παραγεμισμένοι μπόγοι, τρία κουτιά παπουτσιών και ένας παλιός ανεμιστήρας δαπέδου.
Η Ειρήνη καθόταν στο παγκάκι και έκλαιγε, απλώνοντας τη μάσκαρα στα μάγουλά της.
— Μαμά, πού θα πάμε τώρα; Στου Κυριάκου δεν γίνεται, μένει εκεί κι ο αδελφός του με την οικογένειά του…
— Σκάσε! — την έκοψε απότομα η Αθηνά Παναγιωτοπούλου, τυλίγοντας πιο σφιχτά το μαντίλι στους ώμους της. — Στον Γρηγόριο θα πάμε! Έχει δυάρι!
— Στον Γρηγόριο δεν μπορείτε να πάτε, — είπε η Δάφνη, βγαίνοντας από την είσοδο με τα κλειδιά στην τσέπη. — Απόψε θα κοιμηθεί στον ξενώνα της δουλειάς του. Καλό θα ήταν να καλέσετε μεταφορική.
Πέρασαν τέσσερις μήνες.
Το φθινόπωρο είχε πια δροσίσει για τα καλά, και τα τελευταία κίτρινα φύλλα είχαν πέσει από τις λεύκες.
Η αναστάτωση με τη διανομή της περιουσίας έληξε πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενε κανείς. Όταν ο Γρηγόριος κατάλαβε πως η Δάφνη δεν σκόπευε να χαρίσει ούτε ευρώ και πως είχε ήδη απευθυνθεί σε σοβαρό εκτιμητή, υπέγραψε τη συμφωνία εξαγοράς του μεριδίου του χωρίς πολλές αντιρρήσεις. Τα χρήματα που πήρε του έφτασαν ίσα ίσα για να ξεχρεώσει το υπόλοιπο από το παλιό δάνειο του αυτοκινήτου και να νοικιάσει, μαζί με έναν συνάδελφό του, ένα δωμάτιο σε μια μακρινή συνοικία.
Ο γάμος της Ειρήνης έγινε τελικά. Μόνο που δεν είχε καμία σχέση με τις λαμπερές εικόνες που σχεδίαζε στα όνειρά της.
Μόλις ο γαμπρός πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να λάβει «δώρο» ένα κεφάλαιο εκκίνησης πληρωμένο από ξένη τσέπη, ξέσπασε ένας μεγαλοπρεπής καβγάς. Το ζευγάρι υπέγραψε ένα συνηθισμένο απόγευμα Πέμπτης, φορώντας πουλόβερ και τζιν, και αντί για δεξίωση σε εστιατόριο εκτός πόλης με λευκό σεντάν στην είσοδο, κάθισαν μιάμιση ώρα σε μια πιτσαρία μαζί με τους γονείς.
Η Αθηνά Παναγιωτοπούλου στριμωχνόταν πλέον με τους νεόνυμφους σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα. Όπως έλεγαν κοινοί γνωστοί, η πεθερά είχε προλάβει να τσακωθεί με τον γαμπρό από την τρίτη κιόλας εβδομάδα. Ο Κυριάκος αρνήθηκε κατηγορηματικά να πληρώνει τα φάρμακά της και της έκανε παρατηρήσεις ακόμη και για ένα επιπλέον κουτί απορρυπαντικό, ενώ η Ειρήνη έστελνε συνεχώς στον αδελφό της παραπονιάρικα μηνύματα, ζητώντας του να της βάλει έστω λίγα χρήματα για τρόφιμα.
Ο Γρηγόριος τηλεφώνησε στη Δάφνη δύο φορές. Την πρώτη προσπάθησε να την κάνει να τον λυπηθεί, μιλώντας της για τους θορυβώδεις συγκατοίκους του. Τη δεύτερη, με φωνή πνιγμένη από αμηχανία, μουρμούρισε στο ακουστικό:
— Δαφνούλα… Χαζά έγιναν όλα. Το καταλαβαίνω, η μάνα μου το παράκανε. Και η Ειρήνη δεν πήγε πίσω. Μήπως να συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλον; Τόσα χρόνια ήμασταν μαζί… Να γυρίσω, ε;
— Ο λογαριασμός έκλεισε, Γρηγόριε, — απάντησε η Δάφνη. — Το πιστοποιητικό του διαζυγίου θα το πάρεις από το ληξιαρχείο.
Έκλεισε την κλήση και άφησε το κινητό στην άκρη του τραπεζιού.
Στο διαμέρισμα της οδού Οικοδόμων μύριζε φρεσκοβαμμένος τοίχος και στεγνό ξύλο. Η Δάφνη είχε αλλάξει τις ταπετσαρίες, είχε στρώσει ανοιχτόχρωμο δάπεδο στο χολ και είχε κρεμάσει βαριές λινές κουρτίνες. Την επόμενη μέρα θα ερχόταν να μείνει εκεί μια ήσυχη φοιτήτρια νοσηλευτικής, ένα τακτικό κορίτσι που έψαχνε σπίτι κοντά στη σχολή της.
Η Δάφνη άνοιξε διάπλατα το παράθυρο. Ο δροσερός βραδινός αέρας μπήκε στο καθαρό δωμάτιο και έκανε το ανοιχτό ύφασμα της κουρτίνας να κυματίσει απαλά. Μπροστά της απλωνόταν μια ήρεμη, καθαρή ζωή, όπου κανείς δεν θα τολμούσε πια να πατήσει τα όριά της.
