“Ο χρόνος τρέχει!” φώναξε η Αθηνά χτυπώντας την παλάμη της στο τραπέζι

Αδικαιολόγητη οικογενειακή πίεση προκαλεί σιωπηλή οργή.
Ιστορίες

Ύστερα έκλεισε με δύναμη. Ο μεταλλικός σύρτης έπεσε στη θέση του με έναν ξερό, κοφτό κρότο.

Η Δάφνη έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη στο τσιμεντένιο πλατύσκαλο. Δεν ένιωσε προσβολή· αντί γι’ αυτό, μέσα της σηκώθηκε μια ψυχρή, καθαρή αυτοσυγκέντρωση, σαν εκείνη που πιάνει τους ανθρώπους σε εργοτάξιο όταν συμβεί ξαφνική ζημιά σε κεντρικό αγωγό θέρμανσης.

Κατέβηκε στην αυλή, μπήκε στο αυτοκίνητο, κάθισε πίσω από το τιμόνι και κάλεσε την εταιρεία διαχείρισης της πολυκατοικίας.

— Κέντρο βλαβών; Καλημέρα σας. Είμαι η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος σαράντα δύο, στην οδό Οικοδόμων. Άγνωστα προς την ιδιοκτησία μου πρόσωπα μού έχουν αποκλείσει την πρόσβαση στο σπίτι μου και τοποθέτησαν αυθαίρετα ξένη κλειδαριά. Θα ήθελα να καταχωρίσετε αίτημα για επί πληρωμή επίσκεψη του τεχνικού υπηρεσίας. Έχω μαζί μου το συμβόλαιο και την ταυτότητά μου.

Σαράντα λεπτά αργότερα, ένα υπηρεσιακό βαν της διαχείρισης μπήκε στην αυλή. Στον όροφο ανέβηκε ένας μεσήλικας κλειδαράς, ντυμένος με χοντρό μπουφάν εργασίας, κρατώντας βαλιτσάκι με εργαλεία και εξαρτήματα.

— Τα χαρτιά σας, κυρία μου, να τα δω πρώτα, — είπε ο μάστορας με επαγγελματική ψυχραιμία.

Η Δάφνη έβγαλε από την τσάντα της την ταυτότητα και ένα πρόσφατο επίσημο απόσπασμα του Κτηματολογίου. Ο κλειδαράς έλεγξε το επώνυμο, έγνεψε καταφατικά και άνοιξε το βαλιτσάκι του, βγάζοντας το δράπανο.

Ο ήχος του εργαλείου απλώθηκε σε όλο το κλιμακοστάσιο.

Δεν πέρασε ούτε μισό λεπτό και ο εσωτερικός σύρτης τινάχτηκε από τη θέση του. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα.

Στο κατώφλι στεκόταν η Αθηνά Παναγιωτοπούλου. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, ενώ το αμάνικο γιλέκο της είχε στραβώσει πάνω της.

— Βοήθεια! — ούρλιαξε η πεθερά, κάνοντας τη φωνή της να αντηχήσει σε όλη την πολυκατοικία. — Μας ληστεύουν μέρα μεσημέρι! Καλέστε την αστυνομία!

Πίσω από τον ώμο της φάνηκε η τρομαγμένη Ειρήνη Ανδρέου, σφιχταγκαλιάζοντας το κινητό της. Από τον τέταρτο όροφο ξεπρόβαλε και μια γειτόνισσα, περίεργη και ανήσυχη.

— Κυρία μου, σταματήστε τις φωνές, — είπε ο κλειδαράς, κάνοντας ατάραχος ένα βήμα στο πλάι. — Η ιδιοκτήτρια αποκαθιστά νόμιμα την πρόσβασή της.

— Ποια ιδιοκτήτρια;! — η πεθερά πετάχτηκε έξω στο πλατύσκαλο και άρχισε να δείχνει με το δάχτυλο το πρόσωπο της Δάφνης. — Ο γιος μου λιώνει στο εργοτάξιο για τα τετραγωνικά σου! Και εσύ πετάς τη μάνα του στον δρόμο; Να μη δεις άσπρη μέρα, φίδι κολοβό!

— Κυρία Παναγιωτοπούλου, — απάντησε η Δάφνη χωρίς να υψώσει τον τόνο της. — Ο τεχνικός αυτή τη στιγμή αντικαθιστά την κλειδαριά. Το καινούργιο σετ κλειδιών θα μείνει σε μένα.

— Δεν θα τολμήσεις! — τσίριξε η πεθερά.

— Το τόλμησα ήδη. Σας δίνω ακριβώς δύο ώρες. Μαζέψτε τα πράγματά σας σε τσάντες και κουτιά. Αν σε δύο ώρες εξακολουθούν να βρίσκονται εδώ τα υπάρχοντά σας, θα τα βγάλω στο κλιμακοστάσιο.

Η Ειρήνη κόλλησε το κινητό στο αυτί της.

— Γρηγόρη! Γρηγόρη, άφησέ τα όλα και έλα αμέσως! Η τρελή σου έφερε κλειδαρά, ξηλώνει τις κλειδαριές και πετάει τη μάνα σου έξω στο κρύο!

Ο Γρηγόριος Στεφανόπουλος κατέφθασε με ταξί μισή ώρα αργότερα. Ανέβηκε τρέχοντας στον τρίτο, κατακόκκινος, με το μπουφάν ανοιχτό.

— Δάφνη, έχασες τα λογικά σου;! — βρυχήθηκε πριν καλά καλά πατήσει στο πλατύσκαλο. — Τι ρεζιλίκια είναι αυτά μπροστά σε όλη την πολυκατοικία;

— Παίρνω πίσω το σπίτι μου, — απάντησε εκείνη από τον διάδρομο, ενώ ο τεχνικός έσφιγγε τις τελευταίες βίδες στον νέο κύλινδρο της κλειδαριάς.

— Είναι η μάνα μου! — ο Γρηγόριος στάθηκε ανάμεσα στη Δάφνη και την πόρτα. — Είναι ηλικιωμένη γυναίκα! Πού θα πάει; Και την αδελφή μου τη σκέφτηκες καθόλου; Σε τρεις εβδομάδες παντρεύεται! Ο Κυριάκος Γεωργιάδης το ξεκαθάρισε: αν δεν υπάρχουν χρήματα για το τραπέζι, γάμος δεν γίνεται!

— Αν ο Κυριάκος χρειάζεται τα χρήματα από την πώληση ξένου σπιτιού κι όχι την Ειρήνη, τότε ας ψάξει για άλλη νύφη, — αποκρίθηκε η Δάφνη ήρεμα.

— Πόσο άκαρδη είσαι! — ο Γρηγόριος χτύπησε με τη γροθιά του το κάσωμα. — Πέτρα έχεις αντί για καρδιά! Ούτε συνείδηση ούτε μια στάλα λύπηση! Αν δεν δώσεις αυτή τη στιγμή τα κλειδιά στη μητέρα μου και δεν ανεβάσεις αγγελία πώλησης, εγώ στο κοινό μας διαμέρισμα δεν ξαναπατάω. Μ’ ακούς; Θα σε χωρίσω!

Η Δάφνη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε ίσια στα μάτια, με μια ηρεμία που πάγωνε περισσότερο κι από φωνή.

Ψίθυροι Ζωής