“Ο χρόνος τρέχει!” φώναξε η Αθηνά χτυπώντας την παλάμη της στο τραπέζι

Αδικαιολόγητη οικογενειακή πίεση προκαλεί σιωπηλή οργή.
Ιστορίες

— Δάφνη, γιατί το πιάνεις έτσι με το που μπαίνουμε στο σπίτι; — μουρμούρισε εκείνος. — Η μάνα μου αγχώνεται για την Ειρήνη Ανδρέου, αυτό είναι όλο. Ο γάμος κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα, ο Κυριάκος Γεωργιάδης έχει γίνει κουβάρι από τα νεύρα του.

— Και το δικό μου διαμέρισμα πού κολλάει σε όλα αυτά;

— Μα είμαστε οικογένεια! — Ο Γρηγόριος Στεφανόπουλος σήκωσε επιτέλους το βλέμμα. — Πουλάμε τη γκαρσονιέρα στην οδό Οικοδόμων. Ένα μέρος το δίνουμε στην αδελφή μου για το εστιατόριο και την προκαταβολή, κι ό,τι απομείνει το ρίχνουμε στο δικό μας στεγαστικό. Θα ανασάνουμε κι εμείς, θα μικρύνει η δόση. Κακό είναι;

Η Δάφνη τον κοίταξε χωρίς να βιαστεί να απαντήσει.

— Δηλαδή μου ζητάς να ξεφορτωθώ το προσωπικό μου ακίνητο, που το είχα πριν από τον γάμο, για να κάνει η αδελφή σου δεξίωση σε εστιατόριο;

— Γιατί το λες έτσι; Δεν είναι μόνο για εκείνη, — άρχισε να τα μασάει ο Γρηγόριος. — Σου εξηγώ ότι θα πέσει και το κοινό μας χρέος στην τράπεζα. Τέσσερα χρόνια ζούμε μαζί, Δάφνη. Τον μισθό μου τον βάζω στο σπίτι.

— Το στεγαστικό το πληρώνουμε μισό μισό, — του θύμισε εκείνη ψυχρά. — Και το σπίτι που κληρονόμησα από τη γιαγιά μου δεν έχει καμία σχέση μαζί σου.

— Πάλι τα ίδια, το δικό σου και το δικό μου! — πετάχτηκε όρθιος από τον καναπέ. — Με το παραμικρό τραβάς γραμμή ανάμεσά μας. Να φερθείς σαν συγγενής, δεν μπορείς; Να βοηθήσεις την αδελφή μου; Γαντζώνεσαι πάνω σε τέσσερις τοίχους, και για ανθρώπους ζωντανούς ούτε που νοιάζεσαι!

— Συγγενικά φέρεται όποιος ζει με όσα αντέχει η τσέπη του, — απάντησε κοφτά η Δάφνη. — Το διαμέρισμα δεν πρόκειται να πουληθεί.

Ο Γρηγόριος τίναξε το χέρι του με αγανάκτηση και βγήκε στο μπαλκόνι, σπρώχνοντας απότομα το τζάμι του κουφώματος.

Το Σάββατο, λίγο πριν το μεσημέρι, το κινητό της Δάφνης χτύπησε από άγνωστο αριθμό.

— Η κυρία Δάφνη; — ακούστηκε μια ζωηρή αντρική φωνή. — Από μεσιτικό γραφείο σας καλώ, Ανδρέας Αποστόλου, σύμβουλος ακινήτων. Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή έξω από το διαμέρισμά σας στην οδό Οικοδόμων. Η κυρία Αθηνά Παναγιωτοπούλου μάς άνοιξε και μπήκαμε, αλλά για να ετοιμάσουμε το προσύμφωνο χρειάζονται οι τίτλοι ιδιοκτησίας. Θα μας φέρετε σύντομα το πιστοποιητικό;

Η Δάφνη έμεινε ακίνητη μπροστά στον πάγκο της κουζίνας.

— Ποιο μεσιτικό γραφείο;

— Άμεση αγορά ακινήτων, — εξήγησε βιαστικά ο μεσίτης. — Η πεθερά σας μας είπε ότι το θέμα έχει αποφασιστεί οικογενειακά. Οι αγοραστές έχουν ήδη μετρητά και βλέπουν τον χώρο. Ελάτε, παρακαλώ, η προκαταβολή είναι έτοιμη.

— Βγείτε αμέσως από το διαμέρισμα, — είπε η Δάφνη, με φωνή χαμηλή αλλά απόλυτη. — Δεν πουλάω τίποτα. Τα έγγραφα είναι στα χέρια μου και είμαι η μοναδική ιδιοκτήτρια. Βρίσκεστε μέσα σε ξένη κατοικία χωρίς τη συγκατάθεσή μου.

Στην άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε αμήχανη σιωπή.

— Μάλιστα… Εμάς άλλα μας είχαν μεταφέρει. Συγγνώμη, ακυρώνουμε την επίσκεψη.

Η Δάφνη έκλεισε την κλήση. Κούμπωσε το μπουφάν της, άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Ο δρόμος, γλιστερός από τη βροχή, της πήρε περίπου μισή ώρα. Ανέβηκε στον τρίτο όροφο, στάθηκε μπροστά στη γνώριμη είσοδο και έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά.

Το κλειδί χτύπησε σε μέταλλο και δεν γύρισε. Ο αφαλός ήταν ολοκαίνουργιος, γυαλιστερός, χωρίς το παραμικρό σημάδι φθοράς.

Η Δάφνη πάτησε το κουδούνι. Από μέσα ακούστηκαν συρτά βήματα.

Η πόρτα άνοιξε όσο επέτρεπε η μεταλλική αλυσίδα. Στο στενό άνοιγμα φάνηκε το πρόσωπο της πεθεράς της.

— Τι χτυπάς και ξαναχτυπάς Σαββατιάτικα; — ρώτησε εχθρικά η Αθηνά Παναγιωτοπούλου.

— Γιατί αλλάχτηκε η κλειδαριά; — είπε η Δάφνη.

— Γιατί έτσι ήθελα! — πέταξε η πεθερά της. — Η παλιά μάγκωνε. Ή μήπως θα μου πεις να κάθομαι έξω από την πόρτα;

— Βγάλτε την αλυσίδα και δώστε μου τα κλειδιά. Το ακίνητο είναι δική μου ιδιοκτησία.

— Ήταν δικό σου, τώρα είναι κοινό! — Η Αθηνά Παναγιωτοπούλου δεν ανοιγόκλεισε καν τα μάτια. — Δύο χρόνια μένω εδώ. Στην πράξη, εδώ είναι το σπίτι μου. Ο γιος μου είπε πως όλα θα τακτοποιηθούν. Μέχρι να υπογράψεις τα χαρτιά της πώλησης, δεν περνάς το κατώφλι.

Από τον διάδρομο πρόβαλε η Ειρήνη Ανδρέου, λιμάροντας το νύχι της με μια χάρτινη λίμα.

— Δάφνη, μην κάνεις σκηνές στην πολυκατοικία. Ως τη Δευτέρα πρέπει να δώσουμε την προκαταβολή στο εστιατόριο. Υπέγραψε την εξουσιοδότηση και θα πάρεις πίσω τα κλειδιά σου.

Το φύλλο της πόρτας κινήθηκε αργά προς το μέρος της.

Ψίθυροι Ζωής