“Την άλλη φορά χρησιμοποίησε τη μισή μου κρέμα προσώπου” είπε η Δέσποινα, τυλίγοντας νευρικά μια τούφα από τα μαλλιά της καθώς η πεθερά ετοιμαζόταν να μείνει στο σπίτι τους

Η άφιξη ήταν ανεπιθύμητη, δηλητηριώδης και αβάσιμη
Ιστορίες

Η κατάσταση ξέφευγε πλέον επικίνδυνα, και η Δέσποινα ένιωθε πως κάθε λεπτό που περνούσε έκανε τα πράγματα χειρότερα.

— Ακούστε με καλά, — είπε, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της σταθερή. — Δεν ξέρω τι είπατε στον Δημήτριο ούτε τι σας απάντησε εκείνος, όμως εμείς οι δυο δεν συζητήσαμε ποτέ να μετακομίσετε εδώ μόνιμα. Και, φυσικά, δεν πρόκειται να πάρουμε από την κόρη μας το δωμάτιό της.

Η Στυλιανή ίσιωσε την πλάτη της και σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος, σαν να ετοιμαζόταν για μάχη.

— Ώστε έτσι λοιπόν; — είπε παγωμένα. — Αυτό το παιδί μετράει για σένα περισσότερο από τη μητέρα του άντρα σου; Κλασική νύφη! Πάντα το έλεγα στον Δημήτριο πως δεν ήσουν γυναίκα για τη δική μας οικογένεια.

— Η Αθηνά δεν είναι «αυτό το παιδί»! — αντέδρασε η Δέσποινα, νιώθοντας το αίμα της να ανεβαίνει στο κεφάλι. — Είναι εγγονή σας, αν το ξεχνάτε!

— Εγγονή μου; — Η πεθερά της γέλασε άσχημα, με έναν ήχο που έκοβε σαν γυαλί. — Κοίταξέ την λίγο! Δεν έχει τίποτα από τη δική μας πλευρά. Ούτε από τον Δημήτριο ούτε από μένα. Πού την ξεφύτρωσες, θα ήθελα πολύ να ξέρω.

Η Δέσποινα έμεινε ακίνητη, σαν να μην είχε καταλάβει αμέσως τι άκουσε. Το δωμάτιο, που πριν έβραζε από ένταση, της φάνηκε ξαφνικά παγωμένο.

— Τι ακριβώς είπατε; — ρώτησε σιγανά.

— Αυτό που άκουσες! — απάντησε η Στυλιανή, σηκώνοντας περιφρονητικά το πηγούνι. — Δεν είμαι τυφλή. Ο γιος μου μπορεί να κάνει πως δεν βλέπει, αλλά στην οικογένειά μας όλοι έχουμε σκούρα μαλλιά. Και αυτή η δική σου η Αθηνά είναι κοκκινομάλλα. Ούτε τα μάτια της είναι δικά μας, ούτε ο χαρακτήρας της. Όλο κλάματα, πείσματα και υστερίες…

— Η γιαγιά μου είχε κόκκινα μαλλιά! — είπε η Δέσποινα μέσα από τα δόντια της. — Και όσο για τον χαρακτήρα της Αθηνάς, είναι ίδιος ο πατέρας της όταν ήταν μικρός. Απλώς εσείς δεν θυμάστε πώς ήταν ο Δημήτριος παιδί, γιατί μάλλον δεν ασχοληθήκατε και πολύ μαζί του.

Το πρόσωπο της Στυλιανής άσπρισε από την οργή.

— Πώς τολμάς; — ξέσπασε. — Εγώ μεγάλωσα τον Δημήτριο όπως μπορούσα, όλη μου τη ζωή γι’ αυτόν πάλευα! Εσύ όμως… εσύ είσαι μια κυνηγός χρημάτων. Τύλιξες τον γιο μου, του φόρτωσες ένα ξένο παιδί και τώρα παριστάνεις και την αθώα. Νομίζεις πως δεν ξέρω πώς κοιτάς το αφεντικό σου στη δουλειά; Όλες ίδιες είστε!

— Έχετε χάσει τα λογικά σας; Μήπως βλέπετε πολλές σαπουνόπερες; — Η Δέσποινα έκανε ένα βήμα πίσω, σοκαρισμένη. — Το αφεντικό μου είναι γυναίκα. Και είναι εξήντα χρονών!

— Μη μου λες ψέματα! — ύψωσε τη φωνή της η πεθερά. — Τα έχω μάθει όλα για σένα. Ο Δημήτριος είναι πολύ καλός, πολύ εύπιστος, αλλά εγώ ξέρω καλά τι είδους κορίτσια είστε εσείς οι μεγαλωμένες στην πόλη.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε η εξώπορτα να κλείνει δυνατά και από το χολ ήρθε η φωνή του Δημητρίου:

— Γύρισα! Πού είναι οι αγαπημένες μου…

Η φράση του έμεινε στη μέση. Μόλις μπήκε πιο μέσα, είδε τη γυναίκα του κατακόκκινη από την ένταση και τη μητέρα του απέναντί της, και οι δυο τους σφιγμένες σαν να ήταν έτοιμες να ορμήσουν η μία στην άλλη.

— Τι συμβαίνει εδώ; — ρώτησε, κοιτάζοντας πότε τη μία και πότε την άλλη με ανησυχία.

— Παιδί μου! — Η Στυλιανή άλλαξε αμέσως ύφος και έτρεξε προς το μέρος του. — Ευτυχώς που ήρθες! Η γυναίκα σου… έχει ξεφύγει τελείως! Με διώχνει, με προσβάλλει, μου φωνάζει!

— Τι; — Ο Δημήτριος γύρισε μπερδεμένος προς τη Δέσποινα. — Δέσποινα, τι λέει η μητέρα μου;

— Η μητέρα σου ανακοίνωσε ότι δήθεν της έδωσες την άδεια να έρθει να μείνει μαζί μας για πάντα, — απάντησε εκείνη ξερά. — Και μάλιστα θέλει να πάρει το δωμάτιο της Αθηνάς και να στείλει την κόρη μας να κοιμάται στο σαλόνι. Κι όλα αυτά αφού την αποκάλεσε… — σταμάτησε απότομα, γιατί δεν άντεχε να επαναλάβει μπροστά στον άντρα της τα λόγια που είχε ακούσει.

Ο Δημήτριος γύρισε προς τη μητέρα του.

— Μαμά, είναι αλήθεια αυτό;

— Φυσικά και όχι! — διαμαρτυρήθηκε εκείνη, με ύφος πληγωμένης αθώας. — Εγώ απλώς πρότεινα να μείνω λίγο μαζί σας, να σας βοηθήσω με το παιδί. Εκείνη έκανε σκηνή. Άρχισε να ουρλιάζει και να με απειλεί!

— Λέει ψέματα, — είπε η Δέσποινα καθαρά, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. — Και είπε ακόμα πως η Αθηνά δεν είναι κόρη σου. Πως εγώ… πως την έκανα με άλλον.

Το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπο του Δημητρίου. Στράφηκε αργά προς τη μητέρα του, σαν να δυσκολευόταν να πιστέψει πως κάτι τέτοιο μπορούσε πράγματι να έχει ειπωθεί.

— Μαμά… το είπες στ’ αλήθεια αυτό;

— Αγόρι μου, σε μπερδεύει, σε χειραγωγεί! — άρχισε να κλαψουρίζει η Στυλιανή. — Εγώ απλώς παρατήρησα ότι το κοριτσάκι δεν μοιάζει ιδιαίτερα με την οικογένειά μας, κι εκείνη αμέσως άρχισε να φωνάζει!

— Εγώ δεν υψώνω ποτέ τη φωνή μπροστά στην Αθηνά, — αντέτεινε η Δέσποινα. — Σε αντίθεση με εσάς, εγώ σκέφτομαι το παιδί μου.

Ο Δημήτριος έδειχνε χαμένος. Άνοιξε το στόμα του για να πει κάτι, όμως εκείνη τη στιγμή από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκε ένα αδύναμο κλάμα. Η Αθηνά είχε ξυπνήσει.

— Θα πάω εγώ, — είπε η Δέσποινα και κινήθηκε προς το δωμάτιο της κόρης της. Στην πόρτα όμως σταμάτησε και γύρισε πίσω.

Ο άντρας της την κοίταξε με απορία. Εκείνη τον κάρφωσε με βλέμμα αποφασισμένο και είπε:

— Αν η μητέρα σου δεν έχει φύγει από το σπίτι μου μέχρι αύριο το πρωί, αγάπη μου, τότε θα ψάχνετε και οι δυο σας για καινούργια στέγη.

Τα λόγια της έμειναν να αιωρούνται ανάμεσά τους, βαριά και αμετάκλητα. Ο Δημήτριος την παρακολούθησε να απομακρύνεται, με το στόμα μισάνοιχτο, σαν να μην μπορούσε να πιστέψει ότι η γυναίκα του είχε μόλις βάλει τέτοιο τελεσίγραφο.

— Βλέπεις τι άνθρωπος είναι; — ψιθύρισε αμέσως η Στυλιανή, αρπάζοντάς τον από το χέρι. — Εγώ πάντα σου έλεγα πως δεν σε αγαπάει πραγματικά. Με το που δεν γίνεται το δικό της, σε πετάει στην άκρη. Ενώ εμείς οι δυο ήμασταν πάντα μαζί, μέχρι που εμφανίστηκε εκείνη.

Ο Δημήτριος τράβηξε αργά το χέρι του από το δικό της. Το βλέμμα με το οποίο κοίταξε τη μητέρα του ήταν ψυχρό, σχεδόν ξένο.

— Μαμά, θέλω την αλήθεια, — είπε χαμηλά, αλλά τόσο καθαρά που η Στυλιανή σάστισε. — Τώρα. Τι ακριβώς είπες για την Αθηνά;

— Μα τίποτα το τόσο φοβερό… — προσπάθησε εκείνη να πει, φορώντας πάλι την έκφραση της προσβεβλημένης και αθώας γυναίκας. — Απλώς είπα πως το κορίτσι δεν μοιάζει και τόσο σ’ εσένα.

Ψίθυροι Ζωής