Για χάρη του Κωνσταντίνου.
Πάντα για χάρη του Κωνσταντίνου.
Δέκα λεπτά αργότερα, όμως, η Δέσποινα έριξε κρασί στο τραπεζομάντιλο.
Έμεινε απλώς να κοιτάζει την κόκκινη κηλίδα που άνοιγε πάνω στο λευκό ύφασμα. Ύστερα φώναξε από την τραπεζαρία:
— Ελένη!
Ήμουν στην κουζίνα.
— Τι έγινε;
— Έλα εδώ και σκούπισέ το.
Αυτή τη φορά δεν έκανα ούτε βήμα.
— Οι χαρτοπετσέτες είναι στο συρτάρι δίπλα σου.
Απλώθηκε σιωπή. Μετά εμφανίστηκε στο κατώφλι της κουζίνας.
— Σου ζήτησα να έρθεις και να το καθαρίσεις.
— Κι εγώ σου είπα πού θα βρεις χαρτοπετσέτες.
— Δεν μπορείς επιτέλους να σταματήσεις να αντιμιλάς;
— Κι εσύ δεν μπορείς να σταματήσεις να μου δίνεις διαταγές;
Τότε το πρόσωπό της άλλαξε. Πλησίασε ένα βήμα.
— Άκουσέ με καλά. Όταν είναι εδώ όλη η οικογένεια, εσύ φροντίζεις τους καλεσμένους. Έτσι γίνεται.
— Όχι στο δικό μου σπίτι.
— Φτάνει πια με αυτό το αιώνιο «στο δικό μου σπίτι»!
— Γιατί; Σε ενοχλεί;
Το πρόσωπο της Δέσποινας κοκκίνισε. Και ξαφνικά, μπροστά σε όλους, μου ούρλιαξε:
— Βούλωσέ το και κάνε ό,τι σου λένε!
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σχεδόν απόλυτη.
Την κοίταζα. Αυτή τη γυναίκα που χρόνια ολόκληρα δοκίμαζε τα όριά μου, σπιθαμή τη σπιθαμή.
Τον πρώτο χρόνο του γάμου μας αναδιοργάνωσε τα ντουλάπια της κουζίνας μου. Τον δεύτερο πήρε κλειδί «για ώρα ανάγκης». Έπειτα άρχισε να μπαίνει χωρίς καν να χτυπάει το κουδούνι.
Αργότερα αποφάσιζε εκείνη πού θα περνούσαμε τα Χριστούγεννα. Πού θα πηγαίναμε διακοπές. Πόσα χρήματα θα ξοδεύαμε. Τι έπιπλα θα αγοράζαμε. Μέχρι και το πότε θα έπρεπε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε παιδί.
Κάθε φορά που αντιδρούσα, ο Κωνσταντίνος έλεγε μόνο:
— Έτσι είναι αυτή. Μην το παίρνεις προσωπικά.
Εκείνη την ημέρα, όμως, κάτι μέσα μου ράγισε.
Ή ίσως συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Κάτι μπήκε επιτέλους στη θέση του.
Σκούπισα αργά τα χέρια μου. Έπειτα την κοίταξα κατάματα.
— Κι εσύ, απ’ ό,τι φαίνεται, έχεις ξεχάσει εντελώς σε ποιανού το σπίτι μοιράζεις εντολές.
Το πρόσωπό της πάγωσε.
— Τι;
— Με άκουσες.
Ο Κωνσταντίνος πετάχτηκε όρθιος.
— Ελένη…
Σήκωσα το χέρι μου.
— Όχι, Κωνσταντίνε. Αυτή τη φορά θα με ακούσεις μέχρι τέλους.
Σταμάτησε.
Γύρισα προς τους καλεσμένους.
— Αφού είστε όλοι εδώ, ας ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα.
Η Δέσποινα γέλασε ειρωνικά.
— Τι θεατρική παράσταση είναι αυτή…
— Αυτό το σπίτι είναι δικό μου.
Ανασήκωσε τους ώμους.
— Όλοι ξέρουμε ότι το αγοράσατε μαζί.
— Όχι.
Τότε ο Κωνσταντίνος χαμήλωσε το βλέμμα.
Και κατάλαβα αμέσως.
Η Δέσποινα δεν το γνώριζε.
Κοίταξα τον άντρα μου.
— Δεν της το είπες ποτέ;
Έξυσε αμήχανα τον σβέρκο του.
— Δεν ήταν σημαντικό.
— Τι δεν ήταν σημαντικό; — ρώτησε η Χριστίνα.
Χαμογέλασα, μα στο χαμόγελό μου δεν υπήρχε ίχνος χαράς.
— Αγόρασα αυτό το σπίτι δύο χρόνια πριν παντρευτώ τον Κωνσταντίνο.
Σιωπή.
— Με δικά μου χρήματα.
Η Δέσποινα ανοιγόκλεισε τα μάτια.
— Αυτό δεν αλλάζει τίποτα.
— Αλλάζει. Και μάλιστα πολλά.
— Ο Κωνσταντίνος είναι ο σύζυγός σου.
— Ναι. Ο σύζυγός μου. Όχι ο ιδιοκτήτης μου.
Μία από τις θείες καθάρισε νευρικά τον λαιμό της.
Η Δέσποινα ακούμπησε τα χέρια στη μέση.
— Και τώρα σκοπεύεις μήπως να μας πετάξεις όλους έξω;
