Τράβηξα ακόμη ένα έγγραφο από τον φάκελο.
— Η ανακαίνιση της κουζίνας, για την οποία επιμένατε ότι την πλήρωσε ο Οδυσσέας, κόστισε 8.700 ευρώ. Το έμβασμα έγινε από τον δικό μου λογαριασμό.
Άφησα μπροστά της το επόμενο χαρτί.
— Το αυτοκίνητο. Προκαταβολή 12.000 ευρώ. Δικά μου χρήματα.
Ύστερα έβγαλα άλλο ένα.
— Οι περσινές μας διακοπές. Αεροπορικά εισιτήρια, ξενοδοχείο, όλα. Τα κάλυψα εγώ.
Η Αναστασία κοιτούσε τα χαρτιά σαν να ήταν κάτι ξένο, κάτι που φοβόταν να αγγίξει. Δεν άπλωσε ούτε δάχτυλο.
— Εντάξει, αλλά και ο Οδυσσέας πληρώνει πράγματα.
— Φυσικά.
Γύρισα το βλέμμα μου στον άντρα μου.
— Ποτέ δεν ισχυρίστηκα το αντίθετο.
Έπειτα ξανακοίταξα την Αναστασία.
— Είμαστε παντρεμένοι. Εργαζόμαστε και οι δύο και συμμετέχουμε και οι δύο στα έξοδα του σπιτιού μας. Δεν κάναμε ποτέ διαγωνισμό για το ποιος βάζει περισσότερα.
— Τότε δεν καταλαβαίνω γιατί στήθηκε όλη αυτή η παράσταση — είπε ψυχρά.
— Η παράσταση άρχισε από εσάς, όταν με αποκαλέσατε παράσιτο μπροστά σε όλη την οικογένεια.
Κανείς δεν κουνήθηκε.
Συνέχισα:
— Και δεν τελείωσα ακόμη.
Τα χείλη της Αναστασίας σφίχτηκαν. Έβγαλα το τελευταίο αντίγραφο κίνησης λογαριασμού.
— Πριν από δύο χρόνια, ο Οδυσσέας έμεινε άνεργος για έξι μήνες.
Η πεθερά μου γύρισε απότομα προς τον γιο της.
— Τι;
Ο Οδυσσέας έκλεισε για λίγο τα μάτια του.
Εκείνη τον κοίταζε αποσβολωμένη.
— Τι είναι αυτά που λέει;
— Μαμά…
— Ήσουν άνεργος;
— Ναι.
— Για έξι μήνες;
— Ναι.
Το πρόσωπό της άλλαξε έκφραση.
— Μα μου είχες πει ότι δούλευες από το σπίτι.
Ο Οδυσσέας πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Δεν ήθελα να ανησυχήσεις.
Έδειξα το έγγραφο στο τραπέζι.
— Εκείνο το εξάμηνο πλήρωνα μόνη μου το στεγαστικό, όλους τους λογαριασμούς, τα τρόφιμα και τη δόση του αυτοκινήτου.
Η Αναστασία άνοιξε το στόμα της.
Δεν βγήκε όμως ούτε λέξη.
— Και δεν του το χτύπησα ποτέ — πρόσθεσα. — Ούτε μία φορά.
Η αδελφή του Οδυσσέα κοίταξε τη μητέρα της.
— Μαμά, νομίζω πως φτάνει πια.
Εγώ όμως δεν είχα τελειώσει.
— Ξέρετε ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα;
Η Αναστασία με κάρφωσε με σκοτεινό βλέμμα.
— Όταν ο Οδυσσέας βρήκε ξανά δουλειά, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε να διαχειριζόμαστε τα οικονομικά μας όπως πριν. Επειδή είμαστε οικογένεια. Άλλοτε σηκώνει μεγαλύτερο βάρος ο ένας, άλλοτε ο άλλος.
Έκλεισα τον φάκελο.
— Αυτό σημαίνει γάμος.
Η Αναστασία σταύρωσε τα χέρια της.
— Δεν ήμουν υποχρεωμένη να ξέρω όλα αυτά.
— Ακριβώς.
Έγνεψα αργά.
— Δεν χρειαζόταν να τα ξέρετε.
Έσκυψα ελάχιστα προς το μέρος της.
— Αλλά τότε δεν είχατε και κανένα δικαίωμα να επινοήσετε τη δική σας εκδοχή.
Η σιωπή απλώθηκε βαριά στο δωμάτιο.
Τελικά μίλησε ο Οδυσσέας.
— Μαμά, η Σοφία έχει δίκιο.
Η Αναστασία τον κοίταξε σαν να την είχε προδώσει.
— Δηλαδή τώρα παίρνεις το μέρος της;
— Δεν παίρνω το μέρος κανενός.
— Φυσικά και παίρνεις!
— Όχι, μαμά. Απλώς λέω επιτέλους κάτι που έπρεπε να είχα πει εδώ και χρόνια.
Τον κοίταξα.
Ο Οδυσσέας εισέπνευσε βαθιά.
— Η Σοφία δεν ζει από τα δικά μου χρήματα.
Η Αναστασία έμεινε ακίνητη.
— Αντιθέτως — συνέχισε εκείνος. — Όταν έχασα τη δουλειά μου, εκείνη κράτησε οικονομικά το σπίτι μας όρθιο.
— Οδυσσέα…
— Άφησέ με να τελειώσω.
Σε έντεκα χρόνια γάμου, ίσως ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη φωνή του άντρα μου να στέκεται τόσο σταθερά απέναντι στη μητέρα του.
