Δεν της περνούσε καν από το μυαλό να βάλει τελεία.
— Όταν ήμουν στην ηλικία σου, δούλευα, μεγάλωνα δύο παιδιά και κρατούσα ολόκληρο σπίτι όρθιο. Δεν είχα χρόνο να κάθομαι σε καφετέριες ούτε να αγοράζω καινούρια ρούχα κάθε δεύτερη εβδομάδα.
Την κοίταξα σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα έγνεψα αργά.
— Υπέροχα.
— Τι είπες;
— Είπα πως ήρθε η ώρα να το ελέγξουμε.
Βγήκα από την τραπεζαρία.
Ο Οδυσσέας πετάχτηκε αμέσως πίσω μου.
— Σοφία, τι πας να κάνεις;
Μπήκα στο γραφείο και άνοιξα τον υπολογιστή.
— Ακριβώς αυτό που μόλις απαίτησε η μητέρα σου, έστω κι αν δεν το κατάλαβε.
— Δεν σου ζήτησε τίποτα.
— Ισχυρίζεται ότι σπαταλώ τα δικά σου χρήματα. Ας δούμε, λοιπόν, πόσα από αυτά ξοδεύω πραγματικά.
Ο Οδυσσέας έκλεισε την πόρτα πίσω του.
— Δεν χρειάζεται να της αποδείξεις τίποτα.
Γύρισα και τον κοίταξα κατάματα.
— Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.
— Ποιο;
— Εδώ και χρόνια δεν της αποδεικνύω τίποτα, γιατί σκεφτόμουν όπως εσύ. Πίστευα πως δεν οφείλω εξηγήσεις. Κι εκείνη εκμεταλλεύτηκε τη σιωπή μου για να πλάσει τη δική της εκδοχή.
Ο Οδυσσέας πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του.
— Ξέρεις πως υπερβάλλει.
— Υπερβάλλει;
Η φωνή μου πάγωσε.
— Πριν τρεις μήνες είπε μπροστά στην αδελφή σου ότι εσύ πλήρωσες το αυτοκίνητο.
— Ναι…
— Το αυτοκίνητο είναι στο όνομά μου και το πλήρωσα εγώ.
Δεν απάντησε.
— Τα Χριστούγεννα έλεγε σε όλους πως εσύ κάλυψες την ανακαίνιση της κουζίνας.
— Σοφία…
— Την πλήρωσα από το ετήσιο μπόνους μου.
— Το ξέρω.
— Και το περασμένο καλοκαίρι υποστήριξε ότι οι γονείς μου μπόρεσαν να μείνουν σε εκείνο το ξενοδοχείο χάρη σε σένα.
— Ξέρω ότι δεν έγινε έτσι.
— Εσύ το ξέρεις. Κι εγώ το ξέρω. Μόνο που ποτέ δεν τη διορθώνεις.
Ο Οδυσσέας χαμήλωσε το βλέμμα.
Εκείνη τη στιγμή κάτι ξεκαθάρισε μέσα μου.
Το πρόβλημά μου δεν ήταν ποτέ μόνο η Αναστασία.
Η σιωπή του γιου της ήταν κομμάτι της ίδιας ιστορίας.
Μπήκα στην ηλεκτρονική τραπεζική, κατέβασα μερικά αρχεία και τύπωσα αρκετές σελίδες.
Ο Οδυσσέας κοίταξε τον εκτυπωτή.
— Θέλεις στ’ αλήθεια να το κάνεις αυτό;
— Ναι.
Πήρα τον φάκελο και γύρισα στην τραπεζαρία.
Η Αναστασία καθόταν ακόμη στην ίδια θέση. Μόλις με είδε, χαμογέλασε.
— Ηρέμησες;
Κάθισα απέναντί της.
— Δεν έχουμε καν αρχίσει.
Ακούμπησα τον φάκελο στο τραπέζι.
— Πριν από λίγο είπατε ότι δεν ξέρω να κάνω τίποτε άλλο εκτός από το να ξοδεύω τα χρήματα του γιου σας.
— Γιατί έτσι είναι.
Άνοιξα τον φάκελο.
— Τότε ας δούμε τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών. Εκτός αν προτιμάτε να ντραπείτε από τώρα για όσα είπατε.
Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε.
— Ποιες κινήσεις;
— Τις δικές μας.
Ο Οδυσσέας κάθισε αργά πλάι μου.
Κανείς δεν έβγαλε λέξη.
Τράβηξα το πρώτο φύλλο.
— Από αυτόν τον λογαριασμό πληρώνεται το στεγαστικό μας δάνειο.
Το έσπρωξα μπροστά της.
— Τον τελευταίο χρόνο, το εξήντα οκτώ τοις εκατό των καταβολών προήλθε από εμένα.
Η Αναστασία συνοφρυώθηκε.
— Αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα.
Έβγαλα το επόμενο χαρτί.
— Ρεύμα, νερό, ίντερνετ, ασφάλειες, κοινόχρηστα. Όλα πληρώνονται από τον δικό μου λογαριασμό.
