«Αφού δουλεύεις από το σπίτι, σημαίνει πως έχεις χρόνο» — είπε η Αναστασία, αγνοώντας την τηλεδιάσκεψη που θα ξεκινούσε σε δώδεκα λεπτά

Απαράδεκτη απαξίωση που πληγώνει την αξιοπρέπειά μου.
Ιστορίες

Γι’ αυτό μετακινούσα συσκέψεις, άλλαζα το πρόγραμμά μου και έκανα χώρο εκεί όπου δεν υπήρχε.

Όταν η Δανάη ήθελε κάποιον να παραλάβει ένα δέμα, έδινα τη δική μου διεύθυνση.

Κι όταν κανονιζόταν οικογενειακό τραπέζι, συνήθως εγώ μαγείρευα τα μισά φαγητά, γιατί, κατά τη γνώμη τους, αφού δούλευα από το σπίτι, ήμουν «διαθέσιμη».

Καθεμία από αυτές τις χάρες, αν την έβλεπες μόνη της, έμοιαζε ασήμαντη.

Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα.

Για εκείνους δεν ήταν χάρες.

Ήταν υποχρεώσεις.

— Από σήμερα — είπα — τις ώρες που εργάζομαι δεν θα είμαι διαθέσιμη για κανέναν.

Η Αναστασία σταύρωσε τα χέρια της.

— Μάλιστα.

— Χαίρομαι που το κατάλαβες.

— Τότε μην περιμένεις κι εσύ βοήθεια από αυτή την οικογένεια, αν κάποτε τη χρειαστείς.

Με πόνεσε.

Όχι επειδή ακουγόταν σαν απειλή.

Αλλά γιατί επιβεβαίωνε ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τη σχέση μας.

Σαν συναλλαγή.

Υπακοή με αντάλλαγμα αποδοχή.

— Εντάξει — απάντησα.

Η Αναστασία άρπαξε την τσάντα της.

— Έλα, Νεκτάριε. Φεύγουμε.

Ο άντρας μου δεν έκανε βήμα.

— Μαμά, εγώ…

— Είπα, φεύγουμε.

— Ο Νεκτάριος δεν είναι υποχρεωμένος να πάει πουθενά — είπα. — Αυτό είναι και δικό του σπίτι.

Η Αναστασία με κάρφωσε με ένα βλέμμα γεμάτο οργή.

— Από τότε που άρχισες να βγάζεις περισσότερα χρήματα, έχεις γίνει ανυπόφορη.

Ο Νεκτάριος χλόμιασε.

— Μαμά.

Εγώ έμεινα ακίνητη.

— Και πώς ακριβώς ξέρεις πόσα βγάζω;

Ακολούθησε σιωπή.

Η Αναστασία κοίταξε τον Νεκτάριο.

Το ίδιο έκανα κι εγώ.

Εκείνος χαμήλωσε τα μάτια.

Εκείνη τη στιγμή, η καθαριότητα είχε πάψει πια να με απασχολεί.

— Νεκτάριε — είπα αργά — είπες στη μητέρα σου πόσα είναι τα εισοδήματά μου;

— Έτυχε να έρθει η κουβέντα.

— Σε ποια κουβέντα;

— Ελένη, όχι τώρα…

— Σε ποια κουβέντα;

Η Αναστασία έσφιξε πιο δυνατά το χερούλι της τσάντας της.

— Δεν έχει καμία σημασία.

— Για μένα έχει.

Ο Νεκτάριος αναστέναξε βαριά.

— Η μητέρα μου μιλούσε για τη Δανάη. Θέλει να πάρει στεγαστικό δάνειο για να αγοράσει μεγαλύτερο διαμέρισμα και…

Περίμενα.

— Και;

— Είπα ότι ίσως θα μπορούσαμε να τη βοηθήσουμε λίγο.

Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.

— Τι είπες;

— Δεν υποσχέθηκα τίποτα.

— Πόσα;

— Ελένη…

— Πόσα, Νεκτάριε;

Η Αναστασία απάντησε αντί γι’ αυτόν.

— Δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ.

Τους κοιτούσα χωρίς να μπορώ να μιλήσω.

Ξαφνικά όλα μπήκαν στη θέση τους.

Οι ερωτήσεις της Αναστασίας για τα έργα που αναλάμβανα.

Τα σχόλιά της για το αν η εταιρεία μου «πληρώνει καλά».

Η περιέργειά της για τις αποταμιεύσεις μας.

Οι απορίες της Δανάης για το αν σκεφτόμασταν να αγοράσουμε καινούργιο αυτοκίνητο φέτος.

Άρα δεν είχαν κάνει σχέδια μόνο για τον χρόνο μου.

Είχαν υπολογίσει και τα χρήματά μου.

— Δηλαδή πρώτα πρέπει να καθαρίσω το διαμέρισμά της — είπα αργά — και μετά να τη βοηθήσω να πληρώσει το επόμενο.

— Κανείς δεν είπε κάτι τέτοιο — διαμαρτυρήθηκε ο Νεκτάριος.

— Η μητέρα σου μόλις το είπε.

— Εγώ είπα μόνο ότι μέσα στην οικογένεια ο ένας στηρίζει τον άλλον — πετάχτηκε η Αναστασία.

— Τότε στήριξέ τη εσύ.

— Με τη σύνταξή μου δεν μπορώ έτσι απλά να της δώσω δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ.

— Ο δικός μου μισθός, όμως, δεν υπάρχει για να χρηματοδοτεί τις επιλογές της Δανάης.

Η Αναστασία άνοιξε την πόρτα.

— Κάποια μέρα θα μετανιώσεις για τον τρόπο που φέρεσαι στην οικογένειά σου.

— Ίσως.

Την κοίταξα κατάματα.

— Σήμερα, πάντως, έχω σύσκεψη.

Ύστερα έκλεισα την πόρτα της κουζίνας.

Το βράδυ ο Νεκτάριος προσπάθησε να μου μιλήσει.

Έτρωγα, όταν κάθισε απέναντί μου.

— Η μαμά το παρατράβηξε.

— Ναι.

— Αλλά είμαι σίγουρος πως δεν ήθελε να σε πληγώσει.

— Δεν με νοιάζει τι ήθελε. Με νοιάζει τι έκανε.

Ο Νεκτάριος σώπασε.

— Και ακόμη περισσότερο με ενοχλεί ότι μίλησες μαζί της.

Ψίθυροι Ζωής