— Μαμά…
Για μια ανάσα πίστεψα πως θα πάρει το μέρος μου.
Η Αναστασία, όμως, δεν τον άφησε καν να ολοκληρώσει.
— Τι «μαμά»; Η Δανάη είναι εξαντλημένη. Έχει πέσει πάνω της πολλή δουλειά.
Δεν κατάφερα να συγκρατήσω ένα ειρωνικό χαμόγελο.
— Η Δανάη έχει πολλή δουλειά;
— Βεβαίως.
— Και γι’ αυτό πρέπει εγώ να παρατήσω τη δική μου;
— Μην το κάνεις τόσο μεγάλο θέμα. Στο σπίτι είσαι.
Πάλι το ίδιο.
Στο σπίτι είσαι.
Λες και ο μισθός μου εμφανιζόταν στον λογαριασμό μας με κάποιο μαγικό κόλπο.
Λες και δεν είχα πελάτες, προθεσμίες και υποχρεώσεις.
Λες και οι οκτώ ή εννιά ώρες που περνούσα καθημερινά μπροστά στην οθόνη ήταν κάποιο ευχάριστο χόμπι για να σκοτώνω την ώρα μου.
Ο Νεκτάριος πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από το μέτωπό του.
— Ελένη, ίσως θα μπορούσες να περάσεις από εκεί για λίγο, όταν τελειώσεις…
Γύρισα αργά το κεφάλι μου προς το μέρος του.
— Όταν τελειώσω τι;
— Τη δουλειά σου.
— Δουλεύω μέχρι τις έξι.
— Ε, τότε μετά.
Γέλασα χαμηλόφωνα.
Όχι επειδή μου φάνηκε αστείο.
Αλλά επειδή εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβα κάτι πολύ καθαρά.
Δεν ήταν μόνο η πεθερά μου που θεωρούσε πως ο δικός μου χρόνος άξιζε λιγότερο.
— Υπέροχα — είπα.
Ο Νεκτάριος φάνηκε να ανακουφίζεται.
Η Αναστασία χαμογέλασε ικανοποιημένη.
— Ήξερα ότι στο τέλος θα έβαζες μυαλό.
— Δεν τελείωσα.
Το χαμόγελό της έσβησε αμέσως.
Έκλεισα το καπάκι του λάπτοπ, γιατί σε λίγα λεπτά ξεκινούσε η τηλεδιάσκεψή μου και ήθελα αυτή η συζήτηση να τελειώσει γρήγορα.
— Μπορώ να πάω στη Δανάη μετά τη δουλειά. Με έναν όρο.
— Τι όρο; — ρώτησε ο Νεκτάριος.
— Αύριο θα πας εσύ στον αδερφό μου και θα του καθαρίσεις το μπάνιο, την κουζίνα και τα παράθυρα.
Ο Νεκτάριος με κοίταξε σαν να είχα αρχίσει ξαφνικά να μιλάω σε άγνωστη γλώσσα.
— Τι;
— Ο αδερφός μου δουλεύει πάρα πολύ. Είμαι σίγουρη πως θα εκτιμούσε τη βοήθειά σου.
— Ελένη, κι εγώ δουλεύω.
— Ακριβώς.
Έπεσε σιωπή.
Πρώτη μίλησε η Αναστασία.
— Αυτό δεν έχει καμία σχέση.
— Γιατί;
— Επειδή ο Νεκτάριος πηγαίνει στη δουλειά του.
Ακούμπησα την πλάτη μου στην καρέκλα.
— Μάλιστα. Κατάλαβα.
Η Αναστασία φάνηκε τότε να συνειδητοποιεί τι είχε μόλις ξεστομίσει.
— Δεν το εννοούσα έτσι…
— Το εννοούσες ακριβώς έτσι, Αναστασία.
Ο Νεκτάριος σήκωσε τα χέρια του με ύφος συμφιλιωτικό.
— Δεν χρειάζεται να το κάνουμε δράμα.
— Δεν το κάνω δράμα. Θέλω απλώς να ξεκαθαρίσω κάτι που, προφανώς, κανείς σας δεν έχει καταλάβει.
Κοίταξα πρώτα τον άντρα μου και ύστερα τη μητέρα του.
— Από τις εννιά το πρωί μέχρι τις έξι το απόγευμα, το σπίτι μου είναι και χώρος εργασίας. Το γεγονός ότι το γραφείο μου απέχει πέντε μέτρα από το ψυγείο δεν σημαίνει πως είμαι διαθέσιμη για ό,τι σας κατέβει.
Η Αναστασία σηκώθηκε όρθια.
— Παλιά οι γυναίκες δούλευαν, κρατούσαν σπίτι και βοηθούσαν την οικογένειά τους χωρίς να κάνουν ζήτημα το καθετί.
— Τότε μπορεί να το κάνει και η Δανάη.
Η πεθερά μου σώπασε.
— Ή αυτός ο κανόνας ισχύει μόνο για μένα;
— Η Δανάη έχει δύο παιδιά.
— Που σήμερα είναι στο σχολείο μέχρι τις τέσσερις.
— Είναι κουρασμένη.
— Κι εγώ είμαι.
— Είναι η κουνιάδα σου.
— Ακριβώς. Είμαι η κουνιάδα της, όχι η καθαρίστριά της.
Το πρόσωπο της Αναστασίας σκλήρυνε.
— Δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς με αυτόν τον τρόπο.
— Κι εγώ δεν σου επιτρέπω να μπαίνεις στο σπίτι μου και να αποφασίζεις τι θα κάνω το απόγευμά μου, χωρίς καν να με ρωτήσεις.
Ο Νεκτάριος προσπάθησε ξανά να μπει στη μέση.
— Ελένη…
— Όχι, Νεκτάριε. Αυτή τη φορά θα με αφήσεις να τελειώσω.
Σηκώθηκα κι εγώ.
Για χρόνια απέφευγα κάθε σύγκρουση. Όταν η Αναστασία τηλεφωνούσε στις δέκα το πρωί και μου ζητούσε να περάσω από το φαρμακείο για τη συνταγή της, πήγαινα χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Όταν χρειαζόταν κάποιον να μείνει στο διαμέρισμά της και να περιμένει τον υδραυλικό, πάλι εγώ ήμουν εκείνη που έμπαινε στη μέση.
