— Σε έναν λογαριασμό στον οποίο εσύ δεν έχεις καμία πρόσβαση.
Η Ευγενία έμεινε να με κοιτάζει με το στόμα μισάνοιχτο.
— Τι έκανες;
— Αυτό ακριβώς που προσπαθούσατε να μου στερήσετε: προστάτεψα τα χρήματά μου πριν προλάβετε να αποφασίσετε γι’ αυτά πίσω από την πλάτη μου.
Ο Ανδρέας πετάχτηκε όρθιος.
— Μαρία, δεν είχες δικαίωμα να το κάνεις έτσι, χωρίς να το συζητήσεις πρώτα μαζί μου!
Τον κοίταξα κατάματα.
— Πες το ξανά.
— Τι;
— Ξαναπές αυτή τη φράση. Αργά.
Κατάλαβε αμέσως.
Και σώπασε.
Έβγαλα το κινητό μου από την τσάντα.
— Θέλετε να μάθετε γιατί το έκανα;
Η Ευγενία απέφυγε να συναντήσει το βλέμμα μου.
Ήξερε.
Το είδα πάνω της από την πρώτη στιγμή.
Ξεκλείδωσα το τηλέφωνο, άνοιξα τη φωτογραφία και διάβασα καθαρά, δυνατά:
— «Σε καμία περίπτωση μην πεις ακόμα στη Μαρία ότι το διαμέρισμα θα γραφτεί στο όνομα της Δανάης. Μόλις γίνει η μεταφορά των χρημάτων, θα είναι πια αργά για να κάνει πίσω».
Η σιωπή που ακολούθησε έμοιαζε σχεδόν αφύσικη.
Η Δανάη κοιτούσε τη μητέρα της σαν να την έβλεπε πρώτη φορά.
Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια.
Το πρόσωπο της Ευγενίας άσπρισε.
— Έψαξες τα μηνύματά μας;
— Όχι. Το μήνυμά σου ήταν ανοιχτό στο λάπτοπ του άντρα μου. Πάνω στον πάγκο της δικής μου κουζίνας.
— Ακόμα κι έτσι, δεν είχες κανένα δικαίωμα…
Δεν την άφησα να συνεχίσει.
— Ενώ εσείς είχατε δικαίωμα να μου πάρετε 80.000 ευρώ, λέγοντάς μου ψέματα ότι συμμετέχω σε μια κοινή επένδυση;
— Κανείς δεν ήθελε να σε κλέψει!
— Και πώς ακριβώς το ονομάζεις, όταν κάποιος παίρνει τα χρήματά μου με ψεύτικη πρόφαση για να αγοράσει σπίτι στο όνομα άλλου ανθρώπου;
Η Ευγενία δεν βρήκε απάντηση.
Η Δανάη μίλησε σχεδόν ψιθυριστά:
— Η μαμά είπε ότι η Μαρία είχε συμφωνήσει.
Γύρισα προς το μέρος της.
Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, φαινόταν πραγματικά αβέβαιη.
— Όχι, Δανάη. Δεν συμφώνησα ποτέ.
Εκείνη κοίταξε τον Ανδρέα.
— Κι εσύ;
Ο Ανδρέας δεν είπε λέξη.
Και αυτή η σιωπή ήταν αρκετή.
Σηκώθηκα κι εγώ από την καρέκλα.
— Αύριο δεν πρόκειται να γίνει καμία μεταφορά χρημάτων.
Η Ευγενία, σαν να ξαναβρήκε ξαφνικά τη φωνή της, αντέδρασε έντονα.
— Τότε θα χάσουμε την προκαταβολή!
— Ποια προκαταβολή;
Ησυχία απλώθηκε πάλι στο δωμάτιο.
Κατάλαβα αμέσως ότι υπήρχε κι άλλο.
— Ποια προκαταβολή, Ανδρέα;
Πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του.
— Δέκα χιλιάδες ευρώ.
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
— Έχετε ήδη δώσει δέκα χιλιάδες ευρώ;
— Η μαμά θα τα κάλυπτε προσωρινά.
Κοίταξα την Ευγενία.
Εκείνη έστρεψε αλλού τα μάτια της.
— Και τα κάλυψε όντως εκείνη;
Ο Ανδρέας δεν απάντησε.
Δεν χρειαζόταν.
Είχα καταλάβει.
— Μη μου πεις…
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Τα πήρα από τον κοινό μας λογαριασμό.
Αυτή τη φορά δεν ένιωσα καν θυμό.
Κάτι μέσα μου απλώς ράγισε.
Ο κοινός μας λογαριασμός υπήρχε για το σπίτι, για λογαριασμούς, για επισκευές, για τις ανάγκες της καθημερινότητάς μας.
Όχι για να αγοράζει εκείνος, κρυφά, διαμέρισμα στην αδελφή του.
— Δέκα χιλιάδες ευρώ — επανέλαβα αργά.
— Σκόπευα να τα βάλω πίσω αργότερα…
— Αφού πρώτα θα έπαιρνες τα δικά μου 80.000 ευρώ;
— Μαρία, δεν είναι έτσι.
— Είναι ακριβώς έτσι.
Η Ευγενία προσπάθησε να μπει στη μέση.
— Ο Ανδρέας ήθελε απλώς να βοηθήσει την αδελφή του!
Φόρεσα το παλτό μου.
— Τότε ας τη βοηθήσει με τα δικά του χρήματα.
Ο Ανδρέας έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
— Πού πας;
Τον κοίταξα για αρκετά δευτερόλεπτα.
— Σπίτι.
— Μα μένουμε μαζί.
— Ναι. Στο δικό μου διαμέρισμα. Σε εκείνο που, σύμφωνα με τη μητέρα σου, είναι ήδη δικό μου και που, όπως φαίνεται, χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία για να χαρίσετε στην αδελφή σου σπίτι με τα δικά μου λεφτά.
Χλόμιασε.
Η Ευγενία πλησίασε ένα βήμα.
— Δεν θα διαλύσεις τον γάμο σου για τα χρήματα!
Στάθηκα στην πόρτα.
— Δεν έχει να κάνει με τα χρήματα.
Σήκωσα το κινητό που κρατούσα ακόμη στο χέρι.
— Έχει να κάνει με τα ψέματα.
Ύστερα γύρισα ξανά προς τον Ανδρέα.
— Αύριο το πρωί θα επιστρέψεις τα 10.000 ευρώ στον κοινό μας λογαριασμό.
— Δεν τα έχω πια.
— Τότε βρες τρόπο.
— Μαρία…
— Όταν ήθελες να πάρεις τα δικά μου χρήματα, τρόπο βρήκες. Τώρα βρες και τρόπο να τα επιστρέψεις.
Έφυγα από εκείνο το σπίτι.
Ο Ανδρέας γύρισε στο διαμέρισμα δύο ώρες αργότερα.
