“Η γυναίκα σου έχει ήδη δικό της διαμέρισμα. Αυτό εδώ, λοιπόν, θα γραφτεί αποκλειστικά στο όνομα της αδελφής σου!” είπε η Ευγενία με ψυχρή βεβαιότητα, ενώ η Μαρία έμεινε άφωνη

Αδικαιολόγητη, ψυχρή απόφαση που συνθλίβει κάθε ελπίδα.
Ιστορίες

σε προσεγμένο σημείο της πόλης, από εκείνα που κρατούν την αξία τους. Αν μπαίναμε τώρα στη διαδικασία, θα το εξασφαλίζαμε σε πολύ καλύτερη τιμή.

— Εμείς; τον είχα ρωτήσει.

— Η οικογένεια, είχε απαντήσει εκείνος.

Κανονικά, αυτή και μόνο η λέξη θα έπρεπε να με είχε βάλει σε υποψίες.

«Η οικογένεια».

Στο λεξιλόγιο της Ευγενίας, η φράση αυτή συνήθως σήμαινε κάτι πολύ συγκεκριμένο:

«Εσείς θα πληρώσετε κι εγώ θα αποφασίσω».

Ο Ανδρέας, όμως, μου το είχε παρουσιάσει ως κοινή επένδυση. Θα συμμετείχαμε εμείς με 80.000 ευρώ. Η Ευγενία θα έβαζε άλλα 60.000. Το υπόλοιπο θα καλυπτόταν με δάνειο. Έπειτα θα νοικιάζαμε το διαμέρισμα και το ενοίκιο θα πλήρωνε μεγάλο μέρος της μηνιαίας δόσης.

Στα χαρτιά, δεν ακουγόταν παράλογο.

Γι’ αυτό και δέχτηκα να το εξετάσουμε πιο προσεκτικά.

Δεν δέχτηκα να δώσω τα χρήματα.

Όχι ακόμη.

Ήθελα απλώς να δω τους αριθμούς, να ελέγξω τους όρους, να βεβαιωθώ ότι όλο αυτό στεκόταν.

Μερικές μέρες αργότερα, όμως, ανακάλυψα κάτι που άλλαξε τα πάντα.

Ένα βράδυ, ο Ανδρέας άφησε το λάπτοπ του ανοιχτό πάνω στο τραπέζι. Δεν είχα ποτέ τη συνήθεια να ψάχνω τα πράγματά του. Δεν το έκανα ούτε τότε επίτηδες. Απλώς η οθόνη ήταν μπροστά μου και ένα μήνυμα της Ευγενίας φαινόταν καθαρά.

Χρειάστηκε να διαβάσω μόνο μία πρόταση.

«Μην πεις ακόμη τίποτα στη Μαρία για το ότι το διαμέρισμα θα γραφτεί στο όνομα της Δανάης. Μόλις μεταφέρετε τα χρήματα, θα είναι αργά για να κάνει πίσω».

Έμεινα ακίνητη.

Το διάβασα ξανά.

Και μετά άλλη μία φορά.

Και τρίτη.

Ύστερα πήρα το κινητό μου και φωτογράφισα την οθόνη.

Την επόμενη μέρα δεν είπα λέξη σε κανέναν. Δεν έκανα σκηνή, δεν ρώτησα, δεν έδειξα ότι γνώριζα. Απλώς τηλεφώνησα στην τράπεζά μου.

Γιατί υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια που η Ευγενία, προφανώς, είχε παραβλέψει.

Τα 80.000 ευρώ που θεωρούσε ήδη δεδομένα δεν βρίσκονταν σε λογαριασμό του Ανδρέα.

Ήταν σε αποταμιευτικό λογαριασμό δικό μου, ανοιγμένο πολλά χρόνια πριν από τον γάμο μας, αποκλειστικά στο όνομά μου.

Το μεγαλύτερο μέρος εκείνων των χρημάτων προερχόταν από την πώληση ενός μικρού οικοπέδου που είχα κληρονομήσει από τον πατέρα μου.

Ο Ανδρέας γνώριζε τα στοιχεία του λογαριασμού επειδή, για χρόνια, τον εμπιστευόμουν.

Αυτό, όμως, δεν έκανε τα χρήματα δικά του.

Αφού μίλησα με τη σύμβουλό μου στην τράπεζα, άλλαξα αμέσως κάθε δυνατότητα πρόσβασης. Έπειτα μετέφερα ολόκληρο το ποσό σε έναν νέο προσωπικό λογαριασμό, στον οποίο είχε πρόσβαση μόνο ένα άτομο.

Εγώ.

Αυτό είχε συμβεί τρεις μέρες νωρίτερα.

Και κανείς στο τραπέζι δεν είχε την παραμικρή ιδέα.

Η Ευγενία, στο μεταξύ, συνέχιζε ακάθεκτη.

— Την Παρασκευή έχουμε ραντεβού με τον συμβολαιογράφο, ανακοίνωσε. Άρα η μεταφορά των χρημάτων πρέπει να γίνει το αργότερο αύριο.

Σήκωσα το βλέμμα μου.

— Ποια μεταφορά;

Τα φρύδια της ενώθηκαν.

— Τα 80.000 ευρώ.

— Μάλιστα.

Γύρισα προς τον Ανδρέα.

— Αύριο σκόπευες να τα μεταφέρεις;

Το πρόσωπό του κοκκίνισε.

— Ήθελα πρώτα να σου μιλήσω.

Ένα σύντομο, ξερό γέλιο μου ξέφυγε χωρίς να το συγκρατήσω.

— Πότε ακριβώς; Μετά τη μεταφορά;

— Μαρία…

— Ή μετά την υπογραφή;

Η Ευγενία χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι, όχι δυνατά, αλλά αρκετά για να απαιτήσει προσοχή.

— Φτάνει πια! Κανείς δεν προσπαθεί να σε κλέψει!

— Αλήθεια;

Έδειξα τα χαρτιά μπροστά της.

— Δηλαδή εγώ βάζω 80.000 ευρώ, αλλά το διαμέρισμα γράφεται αποκλειστικά στη Δανάη;

— Επειδή εσύ έχεις ήδη σπίτι!

— Το δικό μου σπίτι δεν έχει καμία σχέση με αυτό.

— Και βέβαια έχει!

Η Ευγενία σηκώθηκε από την καρέκλα της.

— Από τότε που μπήκες σε αυτή την οικογένεια, όλα πρέπει να μετριούνται! Τα δικά σου λεφτά, τα δικά μου λεφτά, τα λεφτά του άλλου… Σε μια πραγματική οικογένεια οι άνθρωποι στηρίζουν ο ένας τον άλλον!

Την κοίταξα ήρεμα.

— Ωραία.

— Επιτέλους!

— Τότε γράψτε το διαμέρισμα στα ονόματα αυτών που το χρηματοδοτούν.

Έπεσε σιωπή.

Η Δανάη σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Γιατί;

Χαμογέλασα ελαφρά.

— Εξαιρετική ερώτηση.

Η Ευγενία απάντησε κοφτά:

— Επειδή αποφασίσαμε ότι θα ανήκει στη Δανάη.

— Τότε ας το πληρώσει η Δανάη.

Το χαμόγελο της κουνιάδας μου έσβησε.

— Δεν έχω 80.000 ευρώ!

— Εγώ έχω.

Η Ευγενία χαμογέλασε θριαμβευτικά, σαν να είχε μόλις κερδίσει.

— Ε, λοιπόν, βλέπεις; Το πρόβλημα λύθηκε.

— Όχι.

Έσκυψα και έπιασα την τσάντα που βρισκόταν δίπλα στην καρέκλα μου.

— Γιατί τα δικά μου 80.000 ευρώ δεν είναι πλέον διαθέσιμα.

Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε.

— Τι εννοείς;

— Τα μετέφερα αλλού.

Το πρόσωπό του άλλαξε αμέσως.

— Πού τα μετέφερες;

Ψίθυροι Ζωής