Ύστερα ο Αλέξανδρος γύρισε και με κοίταξε με μια έκφραση καθαρής απορίας.
— Τι ακριβώς σου είπε η μητέρα μου;
Πάγωσα στη θέση μου.
Λίγα λεπτά μετά έκλεισε το τηλέφωνο.
— Τι έγινε; τον ρώτησα.
Ο Αλέξανδρος άφησε το κινητό πάνω στο κρεβάτι.
— Η μητέρα μου είπε στη θεία Καλλιόπη ότι κανόνισες επίτηδες το ταξίδι εκείνες τις μέρες, για να μη μπορέσω να πάω στα γενέθλιά της.
Έμεινα να τον κοιτάζω άφωνη.
— Σοβαρά μιλάς;
— Απολύτως.
— Μα είχαμε κλείσει το ταξίδι τέσσερις μήνες πριν μάθουμε καν πότε ακριβώς θα γινόταν η γιορτή.
— Αυτό ακριβώς.
— Και εσύ τι της απάντησες;
Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε αχνά.
— Την αλήθεια.
Τότε αποδείχτηκε πως η θεία Καλλιόπη δεν είχε ιδέα ότι κάποιος είχε ακυρώσει το ξενοδοχείο μας.
Όταν ο Αλέξανδρος της εξήγησε τι είχε συμβεί, από την άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε μια μεγάλη σιωπή.
Κι έπειτα η Καλλιόπη είπε κάτι που κανείς μας δεν περίμενε:
— Αλέξανδρε, έλα να με δεις μια άλλη μέρα. Και, σε παρακαλώ, πήγαινε διακοπές με τη γυναίκα σου. Εγώ δεν ζήτησα ποτέ από τη μητέρα σου να ακυρώσει τίποτα.
Όταν η Θεοδώρα έμαθε πως η ιστορία είχε φτάσει ως εκεί, δεν μας πήρε τηλέφωνο για μία ολόκληρη εβδομάδα.
Το ταξίδι μας, αντίθετα, ήταν υπέροχο.
Το Σάββατο το πρωί, όσο περιμέναμε στην πύλη επιβίβασης, ο Αλέξανδρος έλαβε μήνυμα από την Αριάδνη.
Ήταν μια φωτογραφία από τη γιορτή.
Η Θεοδώρα καθόταν δίπλα στη θεία Καλλιόπη με τόσο βλοσυρό ύφος, λες και όλος ο κόσμος της χρωστούσε εξηγήσεις.
Κάτω από τη φωτογραφία, η Αριάδνη είχε γράψει:
«Η μαμά μόλις εξήγησε για τρίτη φορά γιατί δεν είστε εδώ. Κάθε φορά λέει και διαφορετική εκδοχή.»
Δεν κατάφερα να συγκρατήσω το γέλιο μου.
Ο Αλέξανδρος έβαλε το κινητό στην τσέπη του.
— Ξέρεις ποιο είναι το καλύτερο απ’ όλα;
— Ποιο;
— Πριν γίνει όλο αυτό, το σκεφτόμουν σοβαρά να αλλάξουμε το ταξίδι, ώστε να μπορέσω να πάω στα γενέθλια.
Τον κοίταξα ξαφνιασμένη.
— Αλήθεια;
— Ναι. Εκείνο το βράδυ ήθελα να το συζητήσω μαζί σου.
— Και τώρα;
Ο Αλέξανδρος έστρεψε το βλέμμα του προς την πύλη.
— Τώρα νομίζω πως η μητέρα μου μού έδωσε ένα πολύ χρήσιμο μάθημα.
— Τι μάθημα;
Χαμογέλασε.
— Ότι αν θέλεις κάποιος να κάνει κάτι για σένα, είναι πολύ καλύτερο να του το ζητήσεις, αντί να αποφασίζεις στη θέση του.
Δύο εβδομάδες αργότερα, η Θεοδώρα πέρασε πάλι από το σπίτι μας.
Δεν ανέφερε καθόλου το ταξίδι.
Δεν ζήτησε συγγνώμη.
Όμως, λίγο πριν φύγει, άφησε πάνω στο τραπέζι έναν φάκελο.
Μέσα υπήρχαν τετρακόσια ογδόντα ευρώ.
Και ένα μικρό σημείωμα:
«Σε περίπτωση που τελικά το ξενοδοχείο σάς χρέωσε την ακύρωση.»
Το ξενοδοχείο δεν είχε χρεώσει τίποτα.
Ο Αλέξανδρος ήθελε να της επιστρέψει τα χρήματα.
Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
— Περίμενε.
— Τι να περιμένω;
Χαμογέλασα και έβαλα τον φάκελο σε ένα συρτάρι.
— Την επόμενη φορά που κάποιος θα αποφασίσει να ακυρώσει τις διακοπές μας χωρίς να μας ρωτήσει, τουλάχιστον θα έχουμε ήδη ένα ταμείο έκτακτης ανάγκης.
Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να κρατηθεί για να μη γελάσει.
Δεν τα κατάφερε.
Και από εκείνη την ημέρα αλλάξαμε ακόμη κάτι.
Οι κρατήσεις, τα εισιτήρια και όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα δεν έμεναν πια ποτέ πάνω στο τραπέζι όταν ερχόταν η Θεοδώρα.
Γιατί μάθαμε πως υπάρχουν άνθρωποι που μπερδεύουν το «ανήκω στην οικογένεια» με το «έχω δικαίωμα να αποφασίζω για όλους».
Και μερικές φορές ο μοναδικός τρόπος για να καταλάβουν τη διαφορά είναι να μην αλλάξεις τα δικά σου σχέδια μόνο και μόνο επειδή εκείνοι προσπάθησαν να τα αλλάξουν αντί για σένα.
