“Ακύρωσα το ταξίδι σας” — ανακοίνωσε η πεθερά μου με ψυχρή ηρεμία

Η ακύρωσή της ήταν ακραία άδικη και προδοτική.
Ιστορίες

— Μιλάμε για τα γενέθλια της Καλλιόπης!

— Και λοιπόν;

Τα μάτια της Θεοδώρας άνοιξαν διάπλατα.

— Τι πάει να πει «και λοιπόν»; Τα εξήντα τα κλείνει κανείς μία φορά στη ζωή του!

— Κι εμείς έχουμε κλείσει αυτό το ταξίδι εδώ και τέσσερις μήνες.

— Θα πάτε κάποια άλλη φορά.

Ο Αλέξανδρος κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

— Όχι, μητέρα. Δεν γίνεται.

— Φυσικά και γίνεται.

— Ζήτησα αυτές τις μέρες άδεια πριν από τρεις μήνες.

— Τότε ζήτα άλλες.

— Δεν λειτουργεί έτσι.

Η Θεοδώρα άρχισε να χτυπά απαλά τα δάχτυλά της πάνω στο τραπέζι.

— Αλέξανδρε, η οικογένεια θα έπρεπε να μετράει περισσότερο από ένα ξενοδοχείο.

— Και η οικογένεια θα έπρεπε να σέβεται τις αποφάσεις μας.

Τον κοίταξε σαν να την είχε μόλις προδώσει.

— Τώρα μιλάς κι εσύ σαν εκείνη;

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου.

— Εμένα να μη με μπλέκετε.

— Από τότε που είσαι με την Ελένη, όλα είναι «τα σχέδιά μας», «ο χρόνος μας», «οι αποφάσεις μας».

— Επειδή είμαστε παντρεμένοι — απάντησε ο Αλέξανδρος. — Αυτό είναι το φυσιολογικό.

Η Θεοδώρα σηκώθηκε απότομα.

— Και η θεία σου; Εκείνη δεν σημαίνει τίποτα για σένα;

— Σημαίνει.

— Τότε οφείλεις να είσαι εκεί.

— Όχι. Οφείλω να αποφασίσω εγώ αν θέλω να είμαι εκεί.

Η Θεοδώρα άνοιξε το στόμα της, όμως ο Αλέξανδρος δεν την άφησε να συνεχίσει.

— Αν ξέρεις ότι έχουμε ήδη κανονίσει ταξίδι, μπορείς να μας ρωτήσεις. Να μας πάρεις τηλέφωνο. Να μας πεις ότι θα ήθελες να αλλάξουμε τα σχέδιά μας.

Έδειξε προς το κινητό μου.

— Αυτό που δεν μπορείς να κάνεις είναι να ακυρώνεις στα κρυφά την κράτησή μας.

Η Θεοδώρα σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.

— Ήξερα ότι θα λέγατε όχι.

— Ακριβώς — είπα.

Γύρισε προς το μέρος μου.

— Τι;

— Μόλις εξηγήσατε μόνη σας γιατί το κάνατε. Ξέρατε πως θα αρνούμασταν, κι έτσι αποφασίσατε να μας αφαιρέσετε κάθε δυνατότητα επιλογής.

Η Θεοδώρα δεν απάντησε.

— Αυτό δεν είναι φροντίδα για την οικογένεια — συνέχισα. — Είναι προσπάθεια να πάρετε τον έλεγχο πάνω στις αποφάσεις μας.

— Τι άσχημη λέξη!

— Αλλά ακριβής.

Ο Αλέξανδρος πέρασε την παλάμη του από το πρόσωπό του.

— Τα χρήματα τα πήραμε πίσω;

Η Θεοδώρα ανοιγόκλεισε τα μάτια.

— Ποια χρήματα;

— Του ξενοδοχείου.

— Υποθέτω πως ναι.

Κοίταξα τον Αλέξανδρο.

— Όχι.

Και οι δύο στράφηκαν σε μένα.

Άνοιξα τους όρους ακύρωσης στο κινητό.

Τους διάβασα ξανά, για να βεβαιωθώ ότι δεν έκανα λάθος.

— Η δωρεάν ακύρωση έληξε πριν από τρεις μέρες.

Ο Αλέξανδρος πλησίασε.

— Πόσα χάσαμε;

Του έδειξα την οθόνη.

— Τετρακόσια ογδόντα ευρώ.

Μια βαριά σιωπή απλώθηκε στην κουζίνα.

Η Θεοδώρα χλόμιασε ελαφρά.

— Αποκλείεται.

— Εδώ το γράφει.

— Είμαι σίγουρη πως, αν τους τηλεφωνήσετε και τους εξηγήσετε…

— Τι ακριβώς να τους εξηγήσουμε; — τη διέκοψα. — Ότι η πεθερά μου βρήκε την κράτησή μας και την ακύρωσε χωρίς την άδειά μας;

— Δεν χρειάζεται να το πεις έτσι.

Την κοίταξα άναυδη.

— Και πώς να το πω, δηλαδή;

Ο Αλέξανδρος άπλωσε το χέρι.

— Δώσε μου το τηλέφωνο.

Του το έδωσα.

— Τι θα κάνεις;

— Θα πάρω το ξενοδοχείο.

Η Θεοδώρα έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.

— Αλέξανδρε, μη γίνεσαι παράλογος. Η κράτηση ακυρώθηκε. Θα έρθετε στα γενέθλια της Καλλιόπης και τελείωσε.

Ο Αλέξανδρος σήκωσε το βλέμμα του.

— Όχι.

— Τι είπες;

— Ακόμη κι αν δεν καταφέρουμε να ξαναπάρουμε το δωμάτιο, στα γενέθλια δεν θα πάμε.

Η Θεοδώρα πάγωσε.

— Με τιμωρείς;

— Όχι. Σου ξεκαθαρίζω απλώς ότι, επειδή ακύρωσες τα σχέδιά μας, δεν σημαίνει πως θα κάνουμε αυτόματα ό,τι θέλεις.

Ψίθυροι Ζωής