— Ακύρωσα το ταξίδι σας. Ο Αλέξανδρος πρέπει να είναι παρών στα γενέθλια της θείας του — ανακοίνωσε η πεθερά μου με τόση ηρεμία, που για λίγα δευτερόλεπτα νόμισα πως αστειευόταν. Σταμάτησα να γεμίζω την κούπα με καφέ.
— Τι είπατε μόλις τώρα;
Η Θεοδώρα πήρε ένα μπισκότο από το πιάτο και ακούμπησε άνετα στην πλάτη της καρέκλας.
— Είπα ότι ακύρωσα το ταξίδι σας. Το Σάββατο η θεία Καλλιόπη γίνεται εξήντα, και ο Αλέξανδρος οφείλει να πάει.
Γύρισα προς τον άντρα μου. Ο Αλέξανδρος στεκόταν δίπλα στον πάγκο της κουζίνας κρατώντας ένα μπουκάλι νερό. Από το πρόσωπό του φαινόταν πως είχε ακούσει ακριβώς ό,τι κι εγώ.

Έβγαλα αργά το κινητό από την τσέπη μου.
— Μισό λεπτό. Λέτε ότι ακυρώσατε την κράτησή μας χωρίς να μας ρωτήσετε;
Η Θεοδώρα συνοφρυώθηκε.
— Μην παίρνεις αυτό το ύφος. Για το καλό σας το έκανα.
— Για το καλό μας;
— Βέβαια. Τελευταία σκέφτεστε μόνο τον εαυτό σας.
Ήταν Πέμπτη απόγευμα.
Το ταξίδι μας θα ξεκινούσε το πρωί του Σαββάτου.
Το οργανώναμε σχεδόν τέσσερις μήνες. Πέντε βράδια σε ένα μικρό ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα. Τίποτα κραυγαλέα πολυτελές. Μερικές μέρες μονάχα, μακριά από τη δουλειά, τις οικογενειακές υποχρεώσεις και τις ατελείωτες κυριακάτικες επισκέψεις.
Ο Αλέξανδρος είχε σχεδόν έναν χρόνο να πάρει άδεια πάνω από δύο συνεχόμενες ημέρες.
Εγώ είχα αλλάξει δύο φορές το πρόγραμμά μου στη δουλειά για να συμπέσουμε.
Το ξενοδοχείο είχε πληρωθεί.
Τα εισιτήρια ήταν αγορασμένα.
Είχαμε κανονίσει ακόμη και ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο.
Κι όμως, τώρα η πεθερά μου καθόταν στην κουζίνα μας και μας ενημέρωνε ότι είχε διαγράψει το ταξίδι μας από τον χάρτη.
Πήρα βαθιά ανάσα.
— Θεοδώρα, τι ακριβώς ακυρώσατε;
Έκανε μια αδιάφορη κίνηση με το χέρι.
— Το ξενοδοχείο.
Πάγωσα.
— Το δικό μας ξενοδοχείο;
— Ναι.
Ο Αλέξανδρος άφησε το μπουκάλι στον πάγκο.
— Μαμά, με ποιο δικαίωμα ακύρωσες την κράτησή μας;
— Δεν θα μου μιλάς έτσι.
— Σε ρωτάω πώς το έκανες.
Η Θεοδώρα αναστέναξε.
— Είχα τα στοιχεία.
— Ποια στοιχεία;
— Της κράτησης.
Την κοίταξα ακίνητη.
Τότε θυμήθηκα.
Δύο εβδομάδες πριν, η Θεοδώρα είχε περάσει από το σπίτι την ώρα που τύπωνα τα χαρτιά του ταξιδιού.
Η επιβεβαίωση του ξενοδοχείου είχε μείνει πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας.
Μόνο για λίγα λεπτά.
Αλλά, όπως φαινόταν, τόσα της ήταν αρκετά.
Άνοιξα τα e-mail στο κινητό μου.
Πληκτρολόγησα το όνομα του ξενοδοχείου.
Και το βρήκα.
Ένα μήνυμα είχε φτάσει εκείνο το πρωί.
«Η κράτησή σας ακυρώθηκε επιτυχώς.»
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα.
— Δεν το πιστεύω.
Ο Αλέξανδρος πλησίασε.
— Δείξε μου.
Του έτεινα την οθόνη.
Το πρόσωπό του άλλαξε αμέσως.
— Μαμά.
Η Θεοδώρα ανασήκωσε τους ώμους.
— Τι;
— Πήρες όντως τηλέφωνο στο ξενοδοχείο και ακύρωσες το δωμάτιό μας;
— Αφού σου είπα πως ναι.
— Παριστάνοντας έναν από εμάς;
Για πρώτη φορά η Θεοδώρα έδειξε να δυσφορεί.
— Δεν χρειάστηκε να παραστήσω κανέναν. Είχα τον αριθμό κράτησης και το επώνυμο.
— Αυτό δεν απαντά στην ερώτησή μου — είπα.
Μου έριξε ένα ενοχλημένο βλέμμα.
— Ελένη, μην το κάνεις μελόδραμα.
Γέλασα κοφτά, χωρίς ίχνος χαράς.
— Εσείς ακυρώνετε κρυφά τις διακοπές μας, κι εγώ είμαι αυτή που κάνει δράμα;
