Ο Ανδρέας κοντοστάθηκε στην είσοδο και γύρισε το βλέμμα του προς τον γαμπρό του.
— Κυριάκο, το ότι μένεις εδώ δεν σημαίνει πως έχεις απεριόριστο δικαίωμα πάνω στο σπίτι. Το διαμέρισμα το παραχωρήσαμε στην κόρη μας. Εσένα σε δεχτήκαμε επειδή είσαι ο σύζυγός της. Αν ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο, το θέμα θα το αντιμετωπίσουμε με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
— Το κατάλαβα, απάντησε χαμηλόφωνα εκείνος.
Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω από τους γονείς της, η Βικτώρια γύρισε αργά στο σαλόνι.
Ο Κυριάκος καθόταν ακόμη στο ίδιο σημείο, σαν να μην είχε μετακινηθεί ούτε εκατοστό. Πάνω στο τραπέζι είχαν μείνει τα φλιτζάνια, σχεδόν γεμάτα, αφού κανείς δεν είχε αγγίξει πραγματικά τον καφέ. Η Βικτώρια τα μάζεψε χωρίς βιασύνη και τα πήγε στην κουζίνα. Δεν τα πέταξε νευρικά στον νεροχύτη ούτε προσποιήθηκε ότι είχε ξαφνικά χίλιες δουλειές. Τα έπλυνε, σκούπισε τον πάγκο, τακτοποίησε το τραπέζι και μόνο τότε επέστρεψε.
— Γιατί πίστεψες ότι τελικά θα υποχωρούσα; ρώτησε.
Ο Κυριάκος πέρασε τις παλάμες του πάνω από τα γόνατά του, σαν να προσπαθούσε να βρει σταθερότητα.
— Επειδή μέχρι τώρα υποχωρούσες.
— Πότε;
— Άφηνες τη μητέρα μου να εμφανίζεται χωρίς προειδοποίηση. Δεν έκανες μεγάλους καβγάδες για τα πιάτα και τα σκεύη που έφερνε. Άκουγες τις συμβουλές της, ακόμη κι όταν δεν τις ζητούσες.
— Προσπαθούσα να κρατήσω μια πολιτισμένη σχέση.
— Κι εγώ το πήρα σαν σημάδι ότι, στο τέλος, θα ανεχτείς τα πάντα.
Η Βικτώρια κάθισε απέναντί του.
— Δεν έκανες απλώς λάθος. Πήρες την υπομονή μου και τη χρησιμοποίησες εναντίον μου.
Ο Κυριάκος μορφάστηκε, όμως δεν προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
— Ναι.
— Είπες στον Μάκη πως θα γκρινιάξω λίγο και μετά θα μου περάσει.
— Το είπα.
— Γιατί;
— Ήθελα να του δείξω ότι έχω τον έλεγχο.
— Ενώ στην πραγματικότητα δεν ήλεγχε κανείς τίποτα.
— Ενώ δεν είχα καν το δικαίωμα να ελέγξω κάτι τέτοιο.
Η Βικτώρια τον κοίταξε προσεκτικά. Για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό δεν έψαχνε δικαιολογίες για τη μητέρα του, δεν επαναλάμβανε τα γνωστά περί οικογενειακής βοήθειας και δεν προσπαθούσε να την πείσει ότι το ζήτημα ήταν ασήμαντο για να γίνει σύγκρουση.
— Και τώρα τι σκοπεύεις να κάνεις; τον ρώτησε.
— Θα τηλεφωνήσω στον Μάκη. Θα ζητήσω συγγνώμη από εκείνον και από την Αναστασία. Έχασαν χρόνο, κουβαλήθηκαν με πράγματα, επειδή εγώ τους έδωσα μια υπόσχεση που δεν είχα δικαίωμα να δώσω.
— Αυτό είναι σωστό.
— Μετά θα μιλήσω με τη μητέρα μου.
— Για ποιο πράγμα;
— Για το ότι δεν αποφασίζει εκείνη για εμάς και δεν κανονίζει ποιος θα μείνει εδώ. Και για το ότι δεν θα ξαναφέρει δικά της πράγματα στο σπίτι.
Η Βικτώρια έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
— Κι αν αρχίσει πάλι να λέει πως οι συγγενείς οφείλουν να βοηθούν ο ένας τον άλλον;
— Θα της πω ότι μπορεί κανείς να βοηθήσει με τον χρόνο του, με τον κόπο του και με ό,τι του ανήκει. Δεν μπορεί όμως να προσφέρει ξένο σπίτι.
— Να τη θυμάσαι αυτή τη φράση.
Ο Κυριάκος σηκώθηκε και πήρε το κινητό του. Κάλεσε αμέσως τον Μάκη, χωρίς να αποσυρθεί σε άλλο δωμάτιο.
— Εγώ είμαι. Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη. Δεν έπρεπε να σας υποσχεθώ στέγη χωρίς τη συγκατάθεση της Βικτώριας και των γονιών της… Όχι, εκείνη δεν φταίει… Ναι, εγώ είπα ότι θα το κανονίσω… Το καταλαβαίνω.
Η συνομιλία κράτησε αρκετά λεπτά. Ο Μάκης δεν φώναζε, αλλά από τις απαντήσεις του Κυριάκου ήταν φανερό πως ο μικρότερος αδελφός του είπε ακριβώς όσα είχε μέσα του.
Όταν έκλεισε, ο Κυριάκος επέστρεψε στη θέση του.
— Είπε πως από εδώ και πέρα δεν πρόκειται να συμμετέχει σε σχέδια της μητέρας μας αν δεν έχει μιλήσει πρώτα ο ίδιος με όλους τους εμπλεκόμενους.
— Λογικό.
— Είπε επίσης ότι τον έκανα να φανεί ανόητος μπροστά στην Αναστασία.
— Και αυτό αλήθεια είναι.
Ο Κυριάκος έγνεψε, χωρίς αντίρρηση.
Στη μητέρα του τηλεφώνησε αργότερα, προς το βράδυ. Η Ταμάρα άργησε να απαντήσει. Για αρκετή ώρα το τηλέφωνο χτυπούσε μάταια, ώσπου τελικά σήκωσε την κλήση.
Ο Κυριάκος βγήκε στο μπαλκόνι, αλλά άφησε την πόρτα ανοιχτή. Η Βικτώρια δεν άκουγε τη φωνή της πεθεράς της, μόνο τις δικές του κουβέντες.
— Μαμά, δεν πρόκειται να συζητήσω τον χαρακτήρα της Βίκης… Όχι, το διαμέρισμα πράγματι δεν είναι δικό μας… Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούμε να εγκαταστήσουμε κανέναν εδώ… Μην ξαναφέρεις πιάτα και κουτιά… Επειδή σου ζητήθηκε να μη το κάνεις… Όχι, δεν είναι μόνο απαίτηση της Βίκης. Το αποφάσισα κι εγώ.
Η τελευταία φράση τού βγήκε δυσκολότερα από όλες τις προηγούμενες. Ως τότε ο Κυριάκος συνήθιζε να κρύβεται πίσω από τη γυναίκα του. Έλεγε στη μητέρα του «η Βικτώρια δεν θέλει», «η Βικτώρια έχει αντίρρηση», «η Βικτώρια πάλι δυσαρεστήθηκε». Εκείνη τη φορά, για πρώτη φορά, παρουσίασε την απόφαση ως κοινή.
Η συζήτηση κόπηκε απότομα. Η Ταμάρα κατέβασε το τηλέφωνο.
Ο Κυριάκος γύρισε στο σαλόνι.
— Είπε ότι εσύ έστρεψες όλη την οικογένεια εναντίον της.
— Ακόμη και τον Μάκη;
— Κυρίως τον Μάκη. Δεν της άρεσε καθόλου που έφυγε.
— Ο Μάκης φέρθηκε πιο έντιμα κι από τους δυο μας. Παραδέχτηκε αμέσως πως κανείς δεν τον είχε καλέσει πραγματικά.
Ο Κυριάκος την κοίταξε σοβαρά.
— Ξέρω ότι δεν αρκεί να το παραδεχτώ.
— Καλό είναι που το ξέρεις.
— Θέλεις να φύγω;
Η Βικτώρια δεν απάντησε αμέσως. Ο Κυριάκος έμενε στο διαμέρισμα νόμιμα, με την άδεια των γονιών της. Όμως ύστερα από εκείνο το πρωινό, η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του είχε ραγίσει αισθητά.
— Προς το παρόν όχι. Αλλά αν αποφασίσεις άλλη μία φορά να διαχειριστείς αυτό το σπίτι χωρίς εμένα και χωρίς τους ιδιοκτήτες του, τότε δεν θα μιλάμε πια για φιλοξενούμενους.
— Σε άκουσα.
— Και κάτι ακόμη. Κλειδιά στους συγγενείς σου δεν δίνονται. Ούτε για μία μέρα.
— Σύμφωνοι.
— Κανείς δεν έρχεται χωρίς να έχει προηγηθεί τηλεφώνημα.
— Σύμφωνοι.
— Το άδειο δωμάτιο δεν γίνεται θέμα συζήτησης με τη μητέρα σου, με τον αδελφό σου, με θείες, φίλους ή γνωστούς. Θα χρησιμοποιείται όπως αποφασίσω εγώ, με την άδεια των γονιών μου.
— Κατάλαβα.
— Μην επαναλαμβάνεις απλώς τα λόγια μου. Συμφωνείς στ’ αλήθεια;
Ο Κυριάκος ίσιωσε την πλάτη του.
— Ναι. Το διαμέρισμα ανήκει στους γονείς σου. Εμείς μένουμε εδώ όσο εκείνοι το επιτρέπουν. Δεν έχω δικαίωμα να υποσχεθώ σε κανέναν ένα δωμάτιο. Σήμερα σε έβαλα στη θέση να υπερασπίζεσαι την περιουσία των γονιών σου απέναντι στη δική μου απόφαση. Αυτό ήταν ποταπό.
Η Βικτώρια δεν περίμενε την τελευταία λέξη. Ο Κυριάκος σπάνια χαρακτήριζε τόσο καθαρά τις πράξεις του.
— Ήταν, συμφώνησε.
Τις επόμενες εβδομάδες η Ταμάρα δεν εμφανίστηκε στο σπίτι. Μερικές φορές τηλεφώνησε στον γιο της και του πρότεινε να συναντηθούν κάπου έξω, σε ουδέτερο μέρος. Ο Κυριάκος πήγαινε να τη δει μόνος του.
Δεν απαίτησε από τη Βικτώρια να ξεχάσει αμέσως ό,τι είχε συμβεί. Δεν την πίεσε να καλέσει τη μητέρα του στο σπίτι, ούτε της ζήτησε να προσποιηθούν ότι όλα ήταν όπως πριν.
Ο Μάκης και η Αναστασία συνέχισαν να μένουν στο νοικιασμένο τους διαμέρισμα. Ύστερα από λίγες ημέρες κάλεσαν τον Κυριάκο και τη Βικτώρια σε ένα καφέ. Ο Μάκης ζήτησε ξανά συγγνώμη, παρότι η Βικτώρια δεν τον θεωρούσε τον βασικό υπεύθυνο.
— Έπρεπε να τηλεφωνήσω σε εσένα, είπε. Αλλά ο Κυριάκος μιλούσε με τόση σιγουριά, που πίστεψα πως το θέμα ήταν κανονισμένο.
— Τώρα ξέρετε ότι οποιαδήποτε συμφωνία αφορά σπίτι πρέπει να επιβεβαιώνεται από τον ιδιοκτήτη, απάντησε η Βικτώρια.
Η Αναστασία έγνεψε.
— Κι εγώ απόρησα όταν η Ταμάρα άρχισε να αποφασίζει πού θα μπει το γραφείο σας. Αλλά είχαμε ήδη φτάσει με τις βαλίτσες και ένιωσα άβολα να ανακατευτώ.
— Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καλύτερο να μιλήσει κανείς αμέσως, παρά να βρεθεί μετά να ζει μήνες μέσα σε μια ξένη σύγκρουση.
Μετά από εκείνη τη συνάντηση, οι σχέσεις με τον Μάκη και την Αναστασία παρέμειναν ήρεμες. Δεν ξανάνοιξαν κουβέντα για το άδειο δωμάτιο και δεν περίμεναν πλέον από τη Βικτώρια να τους προσφέρει στέγη.
Στα τέλη Αυγούστου η Ταμάρα τηλεφώνησε για πρώτη φορά όχι στον γιο της, αλλά στη νύφη της.
— Θέλω να έρθω την Κυριακή, είπε.
— Για ποιον λόγο;
Η πεθερά της σώπασε για λίγο.
— Να σας δω.
— Την Κυριακή έχουμε κανονίσει.
Άλλοτε η Ταμάρα θα απαιτούσε αμέσως να μάθει τι ακριβώς είχαν κανονίσει και γιατί αυτό ήταν σημαντικότερο από εκείνη. Αυτή τη φορά περιορίστηκε να ρωτήσει:
— Πότε σας βολεύει;
— Το επόμενο Σάββατο μετά τις τρεις. Αν δεν αλλάξει κάτι, θα σε ενημερώσω.
— Καλά.
Ήρθε την ώρα που είχαν συμφωνήσει και, για πρώτη φορά, χωρίς κουτιά. Χτύπησε το κουδούνι, περίμενε να της ανοίξουν και δεν κατευθύνθηκε μόνη της προς την κουζίνα σαν να ήταν δικό της σπίτι.
Η επίσκεψη κύλησε συγκρατημένα. Η Ταμάρα δεν ζήτησε συγγνώμη με ξεκάθαρα λόγια, όμως δεν αποκάλεσε ξανά το δωμάτιο «ελεύθερο» και δεν άρχισε να συζητά ποιος θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί. Πριν φύγει, ρώτησε αν την επόμενη φορά θα μπορούσε να έρθει μαζί με τον Μάκη και την Αναστασία.
— Πρώτα θα συνεννοηθείτε για την ημέρα με όλους, απάντησε η Βικτώρια.
Η πεθερά έσφιξε τα χερούλια της τσάντας της, αλλά δεν αντέτεινε τίποτα.
Μετά το περιστατικό με τις βαλίτσες, κανείς δεν έκανε ξανά σχέδια για το διαμέρισμα των γονιών της Βικτώριας. Ο Κυριάκος σταμάτησε να μιλά για το δωμάτιο που «έμενε άδειο» και δεν υποσχόταν πια βοήθεια στους συγγενείς του με ξένη περιουσία. Αν η μητέρα του προσπαθούσε να επαναφέρει τις παλιές κουβέντες, εκείνος της θύμιζε μόνος του σε ποιον ανήκε το σπίτι.
Η Βικτώρια δεν χρειάστηκε να φωνάξει, να φύγει από το διαμέρισμα ή να αποδείξει το αυτονόητο μέσα από ατελείωτους καβγάδες. Τηλεφώνησε στους πραγματικούς ιδιοκτήτες και άφησε όλους τους εμπλεκόμενους να ακούσουν μία απλή ερώτηση: ποιος ακριβώς έδωσε την άδεια;
Κανείς δεν μπόρεσε να απαντήσει.
Μερικές φορές, μια ήρεμη απάντηση αρκεί για να θυμηθούν οι γύρω έναν κανόνα που γνώριζαν πολύ καλά από πριν: μπορείς να διαθέτεις μόνο εκείνο που σου ανήκει.
