— Πιστεύω ότι οι άνθρωποι της οικογένειας οφείλουν να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, άρχισε η Ταμάρα. Ο Μάκης με την Αναστασία θέλουν να αγοράσουν δικό τους σπίτι. Προς το παρόν πληρώνουν ενοίκιο, ενώ εδώ υπάρχει δωμάτιο που δεν χρησιμοποιείται. Αν μείνουν λίγους μήνες μαζί με τον Κυριάκο και τη Βικτώρια, θα καταφέρουν να μαζέψουν πιο γρήγορα τα χρήματα που χρειάζονται.
— Μαζί με τον Κυριάκο και τη Βικτώρια; επανέλαβε ο Ανδρέας, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως άκουσε σωστά.
— Εδώ ζουν ως αντρόγυνο, δεν είναι έτσι;
— Δεν ρώτησα αυτό, είπε εκείνος ήρεμα. Ρώτησα ποιανού θεωρείτε πως είναι αυτό το διαμέρισμα.
Η Ταμάρα ίσιωσε ελαφρά την πλάτη της.
— Τυπικά, δικό σας. Όμως εδώ μένουν τα παιδιά.
— Όχι τυπικά. Το διαμέρισμα ανήκει στη σύζυγό μου και σε μένα. Επιτρέψαμε στην κόρη μας και στον άντρα της να κατοικούν εδώ. Δεν καλέσαμε άλλους ενοίκους.
— Ο Μάκης δεν είναι ξένος. Είναι αδελφός του Κυριάκου.
— Η συγγένειά του με τον γαμπρό μου δεν του δίνει κανένα δικαίωμα πάνω στην ιδιοκτησία μας.
Η Ταμάρα γέλασε, μα το γέλιο της βγήκε κοφτό και άβολο.
— Δεν πρόκειται να καθίσω να συζητώ νομικές λεπτομέρειες. Μιλάμε για απλή ανθρώπινη βοήθεια.
— Τότε βοηθήστε τους με το δικό σας διαμέρισμα, πρότεινε η Αθηνά.
Το πρόσωπο της πεθεράς σκοτείνιασε.
— Εγώ έχω δύο δωμάτια και καθόλου διαθέσιμο χώρο.
— Ενώ ο διαθέσιμος χώρος εδώ σας ανήκει;
Η Ταμάρα δεν απάντησε.
Ο Ανδρέας γύρισε το βλέμμα του προς τον Κυριάκο.
— Εσύ έδωσες άδεια στον αδελφό σου να μετακομίσει εδώ;
Ο Κυριάκος έβαλε τα χέρια στις τσέπες, μα τα τράβηξε αμέσως έξω, σαν να ένιωσε πως η στάση αυτή τον πρόδιδε.
— Θεώρησα ότι λίγοι μήνες δεν θα έβλαπταν κανέναν.
— Εμάς μας ρώτησες;
— Όχι.
— Τη Βικτώρια;
— Θα της το έλεγα.
— Αφού θα έρχονταν οι άνθρωποι με τις βαλίτσες;
Ο Κυριάκος σώπασε.
Ο Ανδρέας δεν ύψωσε ούτε στιγμή τη φωνή του.
— Όταν ήρθες να μείνεις εδώ, σου είπαμε ξεκάθαρα ότι κάθε σοβαρή απόφαση που αφορά το διαμέρισμα παίρνεται μόνο με τη δική μας συγκατάθεση. Συμφώνησες τότε.
— Ναι.
— Τι άλλαξε από τότε;
— Τίποτα.
— Τότε με ποιο δικαίωμα διαθέτεις κάτι που δεν σου ανήκει;
Ο Κυριάκος κοίταξε πρώτα τον αδελφό του και ύστερα τη μητέρα του.
— Δεν φαντάστηκα ότι θα πάρει τέτοια τροπή.
Η Αναστασία σηκώθηκε από τον καναπέ.
— Κύριε Ανδρέα, σας ζητώ συγγνώμη. Μας είπαν ότι οι ιδιοκτήτες δεν έχουν αντίρρηση. Αν ξέραμε την αλήθεια, δεν θα ερχόμασταν καν.
Σηκώθηκε και ο Μάκης.
— Έτσι ακριβώς είναι. Ρώτησα τον Κυριάκο περισσότερες από μία φορές αν είχε μιλήσει με τη Βικτώρια. Μου είπε ότι θα το τακτοποιούσε.
Η Ταμάρα γύρισε απότομα προς τον μικρότερο γιο της.
— Με ποιανού το μέρος είσαι τώρα;
— Με κανενός. Απλώς δεν θέλω να μείνω σε ένα σπίτι όπου δεν μας θέλουν και όπου δεν μας κάλεσε κανείς.
— Ο ίδιος σου ο αδελφός σου πρόσφερε στέγη.
— Στέγη που δεν είναι δική του.
Μια βαριά σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο.
Η Βικτώρια κοίταξε πρώτα τον άντρα της, έπειτα την πεθερά της και τέλος το ζευγάρι που είχε φτάσει με τις αποσκευές.
— Το διαμέρισμα ανήκει στους γονείς μου. Επομένως, τις βαλίτσες δεν θα τις μαζέψω εγώ. Θα τις μαζέψετε εσείς.
Ο Μάκης ήταν ο πρώτος που κινήθηκε προς το χολ.
— Αναστασία, πάρε την τσάντα σου. Γυρίζουμε σπίτι.
Η κοπέλα τον ακολούθησε αμέσως.
Δεν είχαν προλάβει να βγάλουν σχεδόν τίποτα από τις αποσκευές τους, κι έτσι η διαδικασία κράτησε λιγότερο από ένα λεπτό. Ο Μάκης σήκωσε τη μία βαλίτσα και κύλησε τη δεύτερη προς την πόρτα. Η Αναστασία φόρεσε τα παπούτσια της και στράφηκε ξανά στη Βικτώρια.
— Συγχωρέστε μας για όλο αυτό.
— Δεν γνωρίζατε τι πραγματικά συμβαίνει, είπε η Βικτώρια. Την επόμενη φορά, να επιβεβαιώνετε τέτοιες συμφωνίες με όλους όσοι μένουν στο σπίτι.
— Θα το κάνουμε, οπωσδήποτε.
Η Ταμάρα στάθηκε κάθετα στον διάδρομο, κλείνοντας τον δρόμο.
— Κανείς δεν φεύγει πουθενά. Θα ηρεμήσουμε όλοι και θα βρούμε μια λύση.
Ο Μάκης σταμάτησε.
— Μαμά, κάνε στην άκρη.
— Ούτε καν θα προσπαθήσεις να υπερασπιστείς τα συμφέροντά σου;
— Τα συμφέροντά μου δεν μου δίνουν δικαίωμα να καταλάβω ξένο δωμάτιο.
— Τι σημασία έχει σε ποιον ανήκει το διαμέρισμα, αφού η Βικτώρια μένει έτσι κι αλλιώς εδώ;
Ο Ανδρέας πλησίασε μερικά βήματα.
— Η σημασία είναι πολύ απλή. Για να ζει κάποιος εδώ, χρειάζεται άδεια των ιδιοκτητών. Για να εγκατασταθούν κι άλλοι άνθρωποι, χρειάζεται επίσης άδεια των ιδιοκτητών. Εμείς τέτοια άδεια δεν δώσαμε.
— Πετάτε συγγενείς στον δρόμο!
— Έχουν νοικιασμένο σπίτι, υπενθύμισε η Αναστασία.
Η πεθερά της έριξε ένα οργισμένο βλέμμα.
— Εσύ μη μιλάς.
— Με αφορά κι εμένα, απάντησε η κοπέλα. Δεν σκοπεύω να παριστάνω την άστεγη για χάρη του καβγά σας με τη Βικτώρια.
Ο Μάκης άνοιξε την εξώπορτα.
— Πάμε.
Έβγαλαν τις βαλίτσες στο πλατύσκαλο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, το ασανσέρ τούς κατέβασε.
Η Ταμάρα έμεινε στο χολ, κρατώντας τη δική της ταξιδιωτική τσάντα.
Η Βικτώρια έδειξε προς αυτήν.
— Κι αυτά σκοπεύατε να τα αφήσετε εδώ;
— Είναι σεντόνια και πιάτα για τα παιδιά.
— Πάρτε τα μαζί σας.
— Φυσικά και θα τα πάρω. Άλλωστε, σε αυτό το σπίτι δεν μπορεί να σταθεί άνθρωπος με τη συμπεριφορά που έχεις απέναντι στους άλλους.
Η Αθηνά διόρθωσε ήρεμα το λουρί της τσάντας στον ώμο της.
— Η Βικτώρια δεν υπερασπίζεται μόνο τον εαυτό της. Υπερασπίζεται και την περιουσία μας.
— Εσείς θα ανακατεύεστε πάντα στον γάμο τους;
— Μας κάλεσαν επειδή κάποιοι προσπάθησαν να εγκαταστήσουν ανθρώπους στο διαμέρισμα χωρίς τη συγκατάθεσή μας.
— Ο Κυριάκος μένει εδώ. Έχει δικαίωμα να δέχεται επισκέπτες.
— Επισκέπτες, ναι, αφού συνεννοηθεί με τη γυναίκα του. Μόνιμους ενοίκους, μόνο με άδεια των ιδιοκτητών. Μην μπερδεύετε το ένα με το άλλο.
Η Ταμάρα στράφηκε προς τον γιο της.
— Κυριάκο, θα τους αφήσεις να με διώξουν έτσι;
Εκείνος στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού με το κεφάλι σκυμμένο. Μια λεπτή φλέβα είχε φανεί στον κρόταφό του και το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει αισθητά.
— Μαμά, πάρε την τσάντα σου.
— Τι είπες;
— Δεν έπρεπε να φέρεις τον Μάκη χωρίς τη συναίνεση της Βίκης και των γονιών της.
— Εσύ το επέτρεψες!
— Ναι. Και έκανα λάθος.
Η Ταμάρα τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια.
— Δηλαδή τώρα φταίω μόνο εγώ;
— Είπα ότι φταίω κι εγώ.
— Ήθελες να βοηθήσεις τον αδελφό σου.
— Δεν είχα δικαίωμα να του υποσχεθώ αυτό το δωμάτιο.
— Είχες. Απλώς φοβήθηκες.
Ο Κυριάκος κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
— Όχι. Πραγματικά δεν είχα κανένα τέτοιο δικαίωμα.
Η πεθερά άρπαξε την τσάντα της.
— Υπέροχα. Μείνετε εδώ και ρωτάτε κάθε φορά άδεια για το αν μπορείτε να ανοίξετε μια ντουλάπα.
— Μη διαστρεβλώνετε τα πράγματα, είπε ο Ανδρέας. Ποτέ δεν ανακατευτήκαμε στην καθημερινότητα της κόρης μας. Όμως το διαμέρισμα δεν έγινε περιουσία του γιου σας μόνο και μόνο επειδή την παντρεύτηκε.
— Κατάλαβα πολύ καλά.
Από την έκφρασή της φαινόταν πως δεν είχε αποδεχτεί τίποτα. Ωστόσο, μπροστά στους γονείς της Βικτώριας δεν τόλμησε να συνεχίσει τη σύγκρουση.
Στην πόρτα γύρισε πίσω.
— Μετά από τέτοια αντιμετώπιση, μην περιμένετε να ξανάρθω επίσκεψη.
— Χωρίς πρόσκληση, να μην έρχεστε έτσι κι αλλιώς, απάντησε η Βικτώρια.
Η Ταμάρα άνοιξε απότομα την πόρτα και βγήκε στο πλατύσκαλο. Ο Κυριάκος την ακολούθησε για να καλέσει το ασανσέρ, αλλά η μητέρα του τον σταμάτησε με μια κίνηση του χεριού.
— Μη με συνοδεύεις.
Οι πόρτες του ασανσέρ έκλεισαν.
Μέσα στο διαμέρισμα απλώθηκε μια παράξενη ησυχία.
Ο Ανδρέας πέρασε στο χολ και έλεγξε την κλειδαριά.
— Η Ταμάρα έχει κλειδιά;
— Όχι, απάντησε η Βικτώρια. Κλειδιά έχουμε μόνο εγώ, ο Κυριάκος κι εσείς.
— Ωραία. Τότε δεν χρειάζεται να αλλάξουμε τίποτα.
Η Αθηνά κοίταξε τον γαμπρό της.
— Κυριάκο, σου επιτρέψαμε να μένεις εδώ επειδή εμπιστευόμασταν και την κόρη μας και εσένα. Αλλά κάτι τέτοιο δεν θα επαναληφθεί.
— Το καταλαβαίνω.
— Δεν είμαι βέβαιος ότι το έχεις καταλάβει, είπε ο Ανδρέας. Δεν πρόσφερες απλώς στον αδελφό σου έναν καναπέ για μια νύχτα. Έδωσες άδεια σε δύο ανθρώπους να εγκατασταθούν εδώ για μήνες, χωρίς να ενημερώσεις τους ιδιοκτήτες. Και ακόμη χειρότερα, το έκρυψες από τη Βικτώρια μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκαν στην πόρτα.
Ο Κυριάκος άφησε μια βαριά ανάσα και κάθισε στην πολυθρόνα.
— Πίστευα ότι, αν τη ρωτούσα από πριν, θα έλεγε όχι.
— Άρα αποφάσισες συνειδητά να της στερήσεις τη δυνατότητα να αρνηθεί, παρατήρησε η Βικτώρια.
Εκείνος σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε.
— Ναι.
Η παραδοχή ακούστηκε χαμηλόφωνα, όμως μετά από αυτήν δεν έμενε πια περιθώριο να παρουσιαστεί όλο το συμβάν σαν παρεξήγηση.
— Η μητέρα μου έλεγε εδώ και εβδομάδες ότι ο Μάκης πετάει άδικα τα χρήματά του στο ενοίκιο, συνέχισε ο Κυριάκος. Μετά με ρώτησε και ο ίδιος ο Μάκης. Του είπα ότι υπάρχει ελεύθερο δωμάτιο.
— Ελεύθερο για ποιον; ρώτησε η Βικτώρια.
— Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν ήταν αυτό το σωστό ερώτημα.
— Το καταλάβαινες και πριν. Σου είχα εξηγήσει πολλές φορές ότι το διαμέρισμα ανήκει στους γονείς μου.
— Συνήθισα να ζω εδώ. Έπαψα να το σκέφτομαι.
Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε.
— Γι’ αυτό ακριβώς είναι χρήσιμο να θυμόμαστε πού και πού τι γράφουν τα χαρτιά.
Ο Κυριάκος έγνεψε.
— Έχετε δίκιο.
Η Αθηνά πλησίασε την κόρη της.
— Θέλεις να μείνουμε λίγο ακόμη;
— Όχι, μαμά. Σας ευχαριστώ που ήρθατε.
— Τηλεφώνησέ μου αν χρειαστείς οτιδήποτε.
Οι γονείς της άρχισαν να ετοιμάζονται για να φύγουν.
