Και όταν η πεθερά της πρότεινε να παραχωρηθεί το ελεύθερο δωμάτιο στην αδελφή της ώσπου να τελειώσει η ανακαίνιση στο σπίτι της, ο Κυριάκος δήλωσε πως οι συγγενείς οφείλουν να στηρίζουν ο ένας τον άλλον.
— Το σπίτι δεν είναι ούτε δικό σου ούτε δικό μου, του θύμισε η Βικτώρια. Δεν έχουμε δικαίωμα να καλέσουμε κανέναν να μείνει εδώ.
— Οι γονείς σου έτσι κι αλλιώς δεν χρησιμοποιούν εκείνο το δωμάτιο.
— Αυτό όμως δεν το κάνει ιδιοκτησία της μητέρας σου.
— Εγώ απλώς είπα να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο.
— Πρότεινες να διαθέσεις ξένο σπίτι.
Τότε η Ταμάρα εγκατέλειψε την ιδέα. Όχι επειδή κατάλαβε ότι είχε άδικο, αλλά επειδή η αδελφή της βρήκε τελικά άλλη λύση.
Ύστερα από μερικούς μήνες, η πεθερά επανήλθε στο θέμα του άδειου δωματίου.
Αυτή τη φορά πίστευε πως εκεί θα μπορούσε να εγκατασταθεί προσωρινά ο Μάκης. Ο μικρότερος γιος της νοίκιαζε σπίτι μαζί με την Αναστασία και μάζευε χρήματα για να αγοράσει κάποτε δικό του διαμέρισμα.
— Γιατί να δίνουν λεφτά σε ξένους; έλεγε η Ταμάρα με ύφος ανθρώπου που είχε βρει την πιο λογική λύση. Ας μείνουν για λίγο σε εσάς και όσα γλιτώσουν από το νοίκι να τα βάλουν στην άκρη.
— Το έχουμε ήδη συζητήσει αυτό, απάντησε η Βικτώρια. Μόνο οι γονείς μου μπορούν να αποφασίσουν αν θα φιλοξενηθεί κάποιος εδώ.
— Ούτε που θα το μάθουν.
Η Βικτώρια άφησε το κινητό της στην άκρη.
— Μετά από αυτή τη φράση, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να πούμε.
Ο Κυριάκος πήρε πάλι τη βολική του θέση, εκείνη που δεν δυσαρεστούσε ανοιχτά κανέναν.
— Βικτώρια, η μαμά απλώς κάνει μια σκέψη.
— Κάνει σκέψεις για το πώς θα χρησιμοποιήσει το σπίτι ανθρώπων που δεν μπήκε καν στον κόπο να ρωτήσει.
— Κανείς δεν ήρθε ακόμα με βαλίτσες.
Τώρα όμως είχαν έρθει.
Η Ταμάρα καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και σέρβιρε απλό μαύρο τσάι, σαν να βρισκόταν στο δικό της σπίτι. Ο Μάκης είχε καθίσει δίπλα της, ενώ η Αναστασία στεκόταν κοντά στην πόρτα, φανερά διστακτική να πάρει θέση.
Ο Κυριάκος έβγαλε ένα πακέτο μπισκότα από το ντουλάπι και το ακούμπησε στο τραπέζι.
— Ας μην το κάνουμε σκηνή, είπε.
— Προς το παρόν δεν υπάρχει σκηνή, απάντησε η Βικτώρια. Υπάρχουν τέσσερις άνθρωποι, από τους οποίους οι τρεις αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο σπίτι των γονιών μου χωρίς την άδεια των ιδιοκτητών.
— Εγώ δεν ήρθα να μείνω εδώ, αγανάκτησε η Ταμάρα. Βοήθησα τα παιδιά να φέρουν τα πράγματά τους.
— Και η πρώτη βαλίτσα τίνος είναι; ρώτησε η Βικτώρια.
Η πεθερά σώπασε για μια στιγμή.
— Έχει μέσα μερικά πράγματα για την κουζίνα και σεντόνια.
— Άρα αποφασίσατε να αφήσετε κι εσείς μέρος από τα δικά σας πράγματα εδώ.
— Για να έχει η Αναστασία ό,τι χρειαστεί.
Η κοπέλα κοκκίνισε και έσφιξε το χερούλι της τσάντας της.
— Εμείς έχουμε τα απαραίτητα. Η κυρία Ταμάρα μας είπε ότι το διαμέρισμα είναι μεγάλο και πως το δωμάτιο μένει αχρησιμοποίητο. Δεν ξέραμε ότι εσείς διαφωνείτε.
— Δεν είναι απλώς ότι διαφωνώ. Δεν έχω δικαίωμα να σας επιτρέψω να μείνετε εδώ χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών.
Ο Μάκης συνοφρυώθηκε.
— Κυριάκο, εσύ δεν είπες πως θα το κανονίσεις;
Η Βικτώρια γύρισε και κοίταξε τον άντρα της.
— Δηλαδή τους είχες τάξει το δωμάτιο;
Ο Κυριάκος πέρασε την παλάμη του από το πιγούνι του.
— Μιλήσαμε με τον Μάκη. Του είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν θα υπάρξει πρόβλημα.
— Και με ποια βάση το συμπέρανες αυτό;
— Επειδή ζούμε εδώ τόσα χρόνια.
— Το να μένεις κάπου με την άδεια των ιδιοκτητών δεν είναι το ίδιο με το να διαχειρίζεσαι την περιουσία τους.
Η Ταμάρα άφησε το κουταλάκι δίπλα στο φλιτζάνι της.
— Ο Ανδρέας και η Αθηνά δεν πρόκειται να γυρίσουν να ζήσουν εδώ. Για ποιο λόγο να μένει το δωμάτιο ανεκμετάλλευτο;
— Αυτό το αποφασίζουν εκείνοι.
— Είσαι κόρη τους.
— Ακριβώς γι’ αυτό δεν σκοπεύω να κάνω κουμάντο στην περιουσία τους πίσω από την πλάτη τους.
Η πεθερά πέρασε εκνευρισμένα τα δάχτυλά της πάνω από την επιφάνεια του τραπεζιού.
— Πάρε τους τηλέφωνο και ρώτησέ τους. Δεν νομίζω ότι λογικοί άνθρωποι θα πετούσαν δύο νέους στον δρόμο.
Η Βικτώρια πήρε ήρεμα το κινητό.
— Καλή ιδέα.
Ο Κυριάκος ανασηκώθηκε ανήσυχος.
— Μήπως να το συζητούσαμε πρώτα μεταξύ μας;
— Εσείς το συζητήσατε ήδη χωρίς εμένα.
Πληκτρολόγησε τον αριθμό του πατέρα της. Ο Ανδρέας απάντησε σχεδόν αμέσως.
— Μπαμπά, είστε με τη μαμά στο σπίτι;
— Μόλις γυρίσαμε. Τι έγινε;
— Είναι εδώ η Ταμάρα, ο Μάκης και η κοπέλα του. Ήρθαν με βαλίτσες. Ο Κυριάκος τούς έδωσε άδεια να μείνουν στο διαμέρισμα για μερικούς μήνες.
Στην άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε μια μικρή σιωπή.
— Εμείς τέτοια άδεια δεν δώσαμε.
— Το ξέρω.
— Είναι τώρα εκεί;
— Ναι.
— Σε περίπου μισή ώρα θα είμαστε κοντά σας.
Η συνομιλία κράτησε πράγματι λιγότερο από ένα λεπτό.
Η Βικτώρια ακούμπησε το τηλέφωνο στο τραπέζι.
— Οι γονείς μου έρχονται.
Η Ταμάρα έγειρε πίσω στην καρέκλα.
— Υπέροχα. Επιτέλους θα μιλήσουμε με ώριμους ανθρώπους.
— Μαμά, ίσως δεν χρειαζόταν να τους καλέσουμε όλους έτσι ξαφνικά, είπε χαμηλόφωνα ο Μάκης.
— Δεν έχεις πού να μείνεις κι εσύ κάθεσαι και απολογείσαι κιόλας.
— Έχουμε πού να μείνουμε, παρενέβη η Αναστασία. Νοικιάζουμε διαμέρισμα. Απλώς εσείς είπατε ότι εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε οικονομία.
Η Ταμάρα την κοίταξε με φανερή ενόχληση.
— Τότε καλύτερα να σωπαίνεις. Χωρίς εμένα θα μαζεύετε χρήματα για χρόνια.
Η Βικτώρια είδε για πρώτη φορά τον Μάκη να σκοτεινιάζει από δυσαρέσκεια. Ως τότε σχεδόν ποτέ δεν αντιμιλούσε στη μητέρα του.
— Μη μιλάς έτσι στην Αναστασία.
— Για εσάς προσπαθώ!
— Εμάς δεν μας κάλεσε κανείς. Εσύ μας διαβεβαίωνες ότι όλα είχαν κανονιστεί.
— Ο Κυριάκος το επιβεβαίωσε.
Όλα τα βλέμματα στράφηκαν ξανά προς εκείνον.
Ο Κυριάκος ίσιωσε την πλάτη του.
— Δεν το επιβεβαίωσα οριστικά.
Ο Μάκης χαμογέλασε πικρά.
— Είπες: «Ελάτε το Σάββατο, η Βικτώρια θα γκρινιάξει λίγο και μετά θα ηρεμήσει».
Η Βικτώρια γύρισε αργά το κεφάλι προς τον άντρα της. Το πρόσωπό της έμεινε ακίνητο, μόνο τα δάχτυλά της σφίχτηκαν πιο δυνατά γύρω από το κινητό.
— Έτσι ακριβώς φανταζόσουν τη συζήτησή μας;
— Το είπα άσχημα.
— Ήξερες από πριν ότι δεν θα συμφωνούσα. Γι’ αυτό αποφάσισες να με φέρεις προ τετελεσμένων.
— Ήθελα να βοηθήσω τον αδελφό μου.
— Με ξένο σπίτι.
Ο Κυριάκος άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν βρήκε καμία πειστική απάντηση.
Η Ταμάρα σηκώθηκε από την καρέκλα.
— Αρκετά με το να πιάνεστε από τις λέξεις. Καλύτερα δείξε στην Αναστασία πού να βάλει τα πράγματα. Θα έρθουν οι γονείς σου, θα μιλήσουμε και όλα θα τακτοποιηθούν.
— Οι βαλίτσες θα μείνουν στο χολ, απάντησε η Βικτώρια.
— Εμποδίζουν το πέρασμα.
— Όχι για πολύ.
Η πεθερά την προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς το ελεύθερο δωμάτιο. Η Βικτώρια την ακολούθησε.
Το δωμάτιο βρισκόταν στο τέλος του διαδρόμου. Μέσα υπήρχαν ένα γραφείο, μια βιβλιοθήκη, ένας καναπές και μια στενή συρταριέρα. Η Βικτώρια εργαζόταν εκεί μερικές ημέρες την εβδομάδα, φύλαγε έγγραφα και τακτοποιούσε διάφορες δουλειές του σπιτιού.
Η Ταμάρα άνοιξε την πόρτα.
— Το γραφείο θα το πάμε στην κρεβατοκάμαρα. Η συρταριέρα μπορεί να βγει στον διάδρομο. Ο Μάκης και η Αναστασία θα βάλουν τα ρούχα τους στην ντουλάπα, και τα βιβλία σας θα χρειαστεί να μπουν σε κούτες.
— Δεν θα πειράξετε τίποτα.
— Πώς θα ζήσουν ανάμεσα στα χαρτιά σου;
— Δεν θα ζήσουν εδώ.
— Το επαναλαμβάνεις επίτηδες;
Η Βικτώρια στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας.
— Το επαναλαμβάνω επειδή εσείς επιμένετε να κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε.
Η Ταμάρα πλησίασε ένα βήμα.
— Ο Κυριάκος είναι άντρας σου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχει κι εκείνος λόγο.
— Έχει λόγο σε όσα αφορούν τη δική μας κοινή ζωή. Δεν έχει δικαίωμα να μοιράζει δωμάτια στο σπίτι των γονιών μου.
— Έχεις δύσκολο χαρακτήρα.
— Έχω όμως καλή μνήμη. Θυμάμαι σε ποιον ανήκει αυτό το διαμέρισμα.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι.
Η Βικτώρια πήγε να ανοίξει.
Στο πλατύσκαλο στέκονταν οι γονείς της. Η Αθηνά κρατούσε μια μικρή τσάντα, ενώ ο Ανδρέας έβγαζε τα γυαλιά ηλίου του. Δεν έδειχναν πανικόβλητοι, όμως είχαν φτάσει τόσο γρήγορα, που ο πατέρας της δεν είχε προλάβει καν να αλλάξει το πουκάμισο της δουλειάς.
— Περάστε, είπε η Βικτώρια.
Ο Ανδρέας είδε τις βαλίτσες και έγνεψε κοφτά, σαν να είχε μόλις επιβεβαιωθεί αυτό που του είχε πει η κόρη του.
— Είναι όλοι εδώ;
— Ναι.
— Τότε ας πάμε στο σαλόνι.
Η Ταμάρα βγήκε από τον διάδρομο με ύφος ανθρώπου απολύτως βέβαιου για τη θέση του.
— Πολύ καλά κάνατε και ήρθατε. Το θέμα διογκώθηκε χωρίς κανέναν λόγο.
Η Αθηνά κοίταξε τις βαλίτσες.
— Πόσα άτομα σκοπεύουν να μείνουν εδώ;
— Μόνο ο Μάκης και η Αναστασία, απάντησε η πεθερά. Είναι νέα παιδιά, ήσυχα, λείπουν όλη μέρα στη δουλειά. Ούτε που θα τους καταλάβετε.
— Εμείς δεν μένουμε εδώ έτσι κι αλλιώς, παρατήρησε ο Ανδρέας.
— Ακόμη καλύτερα. Το δωμάτιο κάθεται άδειο.
— Δεν είναι άδειο, είπε η Βικτώρια. Εγώ δουλεύω εκεί.
— Το γραφείο μπορεί να μπει αλλού, έκανε αδιάφορα με το χέρι η Ταμάρα. Δεν είναι αυτό το ζήτημα.
Πέρασαν όλοι στο σαλόνι. Ο Μάκης και η Αναστασία κάθισαν δίπλα δίπλα στον καναπέ. Ο Κυριάκος έμεινε κοντά στην πόρτα. Η Βικτώρια στάθηκε πλάι στο παράθυρο, κοντά στη μητέρα της.
Η Ταμάρα ήταν η πρώτη που πήρε τον λόγο, φανερά έτοιμη να παρουσιάσει τη θέση της.
