— Αυτό το δωμάτιο θα το αδειάσουμε σήμερα. Ο Μάκης και η Αναστασία θα βάλουν εκεί τις βαλίτσες τους, και το γραφείο σου, προσωρινά, μπορεί να πάει στον διάδρομο, — ανακοίνωσε η Ταμάρα, μπαίνοντας στο διαμέρισμα πριν από τον γιο της.
Πίσω της πέρασε στο χωλ ένας νεαρός άντρας που κουβαλούσε δύο βαριές βαλίτσες. Αμέσως μετά εμφανίστηκε μια κοπέλα με ταξιδιωτικό σακίδιο και μια μεγάλη σακούλα στα χέρια. Χαμογέλασε αμήχανα στη Βικτώρια, σαν να καταλάβαινε πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου σωστά, αλλά προτιμούσε να περιμένει να δοθούν εξηγήσεις.
Ο Κυριάκος έκλεισε την εξώπορτα και γύρισε το βλέμμα του στη γυναίκα του.
— Μην στέκεστε όλοι στην είσοδο. Ας βάλουμε πρώτα μέσα τα πράγματα, — είπε.
Η Βικτώρια δεν έκανε ούτε βήμα.

Ήταν ένα ζεστό αυγουστιάτικο πρωινό. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και από τον δρόμο ανέβαινε ο θόρυβος των αυτοκινήτων, μαζί με τις φωνές των παιδιών από την αυλή. Λίγα λεπτά νωρίτερα η Βικτώρια σκόπευε να τελειώσει το συγύρισμα και ύστερα να πάει για ψώνια. Τώρα, στη μέση του χωλ, είχαν στηθεί ξένες βαλίτσες, ενώ η πεθερά της μοίραζε ήδη ρόλους και χώρους στο δωμάτιο όπου η ίδια δούλευε.
— Θα μου εξηγήσει κανείς τι συμβαίνει; — ρώτησε.
Η Ταμάρα έβγαλε τα σανδάλια της, τα ακούμπησε προσεκτικά δίπλα στον τοίχο και προχώρησε προς την κουζίνα.
— Τίποτα το τρομερό. Ο Μάκης και η Αναστασία θα μείνουν μαζί σας για λίγο καιρό. Τα νέα παιδιά χρειάζονται στήριξη.
Ο Μάκης άφησε τις βαλίτσες στο πάτωμα.
— Η μαμά είπε πως δεν είχατε αντίρρηση.
Η Βικτώρια κοίταξε τον άντρα της.
Ο Κυριάκος άνοιξε ελαφρά τα χέρια, σαν να ήθελε να δείξει πως δεν υπήρχε λόγος για ένταση.
— Θα σου το έλεγα το βράδυ.
— Χθες το βράδυ εννοείς;
— Σήμερα.
— Δηλαδή αφού θα είχαν ήδη έρθει;
— Και τι αλλάζει; Δεν μιλάμε για αγνώστους που μπήκαν από τον δρόμο για μία νύχτα. Είναι ο αδελφός μου.
Στο μεταξύ, η Ταμάρα είχε ανοίξει ένα από τα ντουλάπια της κουζίνας και έβγαζε φλιτζάνια. Ήξερε ακριβώς πού βρισκόταν το κάθε τι, παρόλο που η Βικτώρια δεν της είχε δώσει ποτέ το δικαίωμα να κινείται στο σπίτι σαν νοικοκυρά.
— Πρώτα θα καθίσουμε ήρεμα, θα το συζητήσουμε, — είπε η πεθερά. — Και μετά θα δούμε πού θα μπουν τα πράγματα.
Η Βικτώρια έριξε ξανά το βλέμμα της στις βαλίτσες. Η μία ήταν τόσο μεγάλη, που ο Μάκης την έσερνε πάνω σε τέσσερις ρόδες. Από το χερούλι της δεύτερης κρεμόταν ένα μαξιλαράκι ταξιδιού. Ήταν ξεκάθαρο πως δεν είχαν έρθει για ένα Σαββατοκύριακο.
— Για πόσο ακριβώς σκοπεύετε να μείνετε; — ρώτησε τον κουνιάδο της.
Ο Μάκης ξερόβηξε και κοίταξε τη μητέρα του.
— Για τρεις μήνες περίπου. Ίσως τέσσερις.
— Μέχρι να μαζέψουν χρήματα για την προκαταβολή, — συμπλήρωσε η Ταμάρα. — Αν χρειαστεί, θα μείνουν και παραπάνω. Το διαμέρισμα είναι μεγάλο, υπάρχει δωμάτιο που δεν χρησιμοποιείται. Δεν θα ενοχλήσουν κανέναν.
Η Αναστασία κατέβασε την τσάντα από τον ώμο της.
— Μπορούμε να συμμετέχουμε στα έξοδα.
— Δεν μιλάμε τώρα για τα έξοδα, — απάντησε η Βικτώρια. — Το θέμα είναι ότι πρώτη φορά ακούω πως ετοιμάζεστε να μείνετε εδώ.
Η κοπέλα συνοφρυώθηκε και στράφηκε προς τον Μάκη.
— Εσύ μου είπες ότι όλα είχαν κανονιστεί.
— Νόμιζα πως ο Κυριάκος το είχε συζητήσει με τη Βικτώρια, — μουρμούρισε εκείνος.
— Μην ανησυχείτε, — παρενέβη η Ταμάρα. — Η Βικτώρια απλώς θέλει να την ενημερώνουν από πριν. Θα συνηθίσει την ιδέα και όλα θα στρώσουν.
Τα λόγια της ακούστηκαν με τόση σιγουριά, λες και η απόφαση είχε ήδη παρθεί οριστικά και στη γυναίκα του σπιτιού απέμενε μόνο να την αποδεχτεί.
Μόνο που η Ταμάρα δεν ήταν η ιδιοκτήτρια αυτού του διαμερίσματος.
Ούτε ο Κυριάκος ήταν.
Το διαμέρισμα ανήκε στους γονείς της Βικτώριας.
Ο Ανδρέας και η Αθηνά το είχαν αγοράσει πολλά χρόνια πριν, όταν η Βικτώρια πήγαινε ακόμη σχολείο. Η οικογένεια ζούσε τότε εκεί, οι τρεις τους. Αργότερα, η κόρη τους τελείωσε τις σπουδές της, βρήκε δουλειά ως τεχνολόγος σε μια μικρή μονάδα παραγωγής τροφίμων και έμεινε με τους γονείς της.
Τρία χρόνια μετά, ο Ανδρέας δέχτηκε πρόταση να αναλάβει ένα εργαστήριο σε γειτονική πόλη. Η διαδρομή δεν κρατούσε περισσότερο από μισή ώρα, όμως δεν ήθελε να πηγαινοέρχεται καθημερινά. Έτσι, οι γονείς της αγόρασαν εκεί ένα μικρό σπίτι και μετακόμισαν.
Το διαμέρισμα δεν το πούλησαν.
— Μείνε εδώ όσο χρειαστεί, — της είχε πει τότε ο πατέρας της. — Πληρώνεις τα συνηθισμένα έξοδα, κρατάς το σπίτι σε τάξη, και τα υπόλοιπα τα βλέπουμε στην πορεία.
Η κυριότητα παρέμεινε στους γονείς της, μοιρασμένη ισότιμα ανάμεσά τους. Η Βικτώρια ήταν δηλωμένη στη διεύθυνση του διαμερίσματος και το χρησιμοποιούσε με τη συγκατάθεσή τους. Ποτέ δεν το παρουσίασε ως δικό της από νομική άποψη, και αυτό δεν το έκρυψε ούτε από τον Κυριάκο.
Γνωρίστηκαν πριν από πέντε χρόνια, στα γενέθλια μιας κοινής γνωστής. Ο Κυριάκος εργαζόταν ως τεχνικός επισκευής ψυκτικών μηχανημάτων και από την πρώτη στιγμή φάνηκε στη Βικτώρια ήρεμος, λογικός και μετρημένος άνθρωπος.
Λίγους μήνες αργότερα άρχισε να μένει συχνά στο σπίτι της. Έπειτα μίλησαν για συγκατοίκηση, και ο Κυριάκος μετέφερε εκεί τα πράγματά του.
Η Βικτώρια του είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή:
— Το διαμέρισμα είναι των γονιών μου. Μας επιτρέπουν να ζούμε εδώ, αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να το διαθέτουμε όπως θέλουμε.
— Φυσικά, — είχε απαντήσει εκείνος. — Δεν πρόκειται να διεκδικήσω ξένη περιουσία.
Έναν χρόνο μετά παντρεύτηκαν. Οι γονείς της Βικτώριας δεν είχαν καμία αντίρρηση να μένει ο γαμπρός τους στο διαμέρισμα. Ο Ανδρέας μάλιστα του παρέδωσε ο ίδιος ένα δεύτερο σετ κλειδιών και ζήτησε μόνο ένα πράγμα:
— Αν κάποτε θελήσετε να κάνετε κάποια σοβαρή αλλαγή ή να φέρετε και άλλον άνθρωπο να μείνει εδώ, τηλεφωνήστε μας πρώτα.
Τότε ο Κυριάκος είχε γνέψει χωρίς δισταγμό.
— Εννοείται.
Τα πρώτα χρόνια το ζευγάρι ζούσε ήρεμα. Ο Κυριάκος δεν προσπαθούσε να εμφανιστεί ως ιδιοκτήτης, δεν διαφωνούσε με τους γονείς της γυναίκας του και δεν μοίραζε υποσχέσεις στους δικούς του συγγενείς σχετικά με το διαμέρισμα.
Τα προβλήματα άρχισαν με τις επισκέψεις της Ταμάρας.
Στην αρχή η πεθερά ερχόταν μία φορά τον μήνα. Έπαιρνε τηλέφωνο από πριν, έφερνε κάτι για το τραπέζι και δεν καθόταν πολλή ώρα. Η Βικτώρια τη δεχόταν ευγενικά. Δεν είχαν στενή σχέση, όμως δεν υπήρχε και λόγος για σοβαρούς καβγάδες.
Σιγά σιγά, η Ταμάρα άρχισε να εμφανίζεται όλο και συχνότερα.
Πρώτα τηλεφωνούσε ενώ βρισκόταν ήδη στο λεωφορείο.
— Σε λίγο φτάνω. Άνοιξέ μου.
Ύστερα σταμάτησε εντελώς να προειδοποιεί. Ανέβαινε στον όροφο, πατούσε το κουδούνι και απορούσε ειλικρινά όταν η Βικτώρια δεν ήταν στο σπίτι.
— Και πού γυρνάς μέρα αργίας;
— Σε δικές μου δουλειές.
— Έπρεπε να το πεις. Μπορεί να ερχόμουν άδικα.
Κάθε φορά η Βικτώρια της θύμιζε ότι η επίσκεψη δεν είχε κανονιστεί. Η πεθερά όμως έκανε πως δεν άκουγε και περνούσε στα δωμάτια.
Με τον καιρό άρχισε να συμπεριφέρεται σαν το διαμέρισμα, αν δεν της ανήκε, τουλάχιστον βρισκόταν υπό την επίβλεψή της.
Μια μέρα η Βικτώρια γύρισε από το σούπερ μάρκετ και ανακάλυψε πως όλα τα κουζινικά είχαν αλλάξει θέση. Η Ταμάρα είχε αποφασίσει ότι τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν συχνότερα έπρεπε να βρίσκονται κοντά στην κουζίνα, ενώ τα υπόλοιπα μπορούσαν να πάνε πιο πίσω.
— Θα ψάχνω όλη μέρα όσα μέχρι χθες ήξερα ακριβώς πού βρίσκονταν, — είπε η Βικτώρια.
— Θα δεις μετά πόσο πιο βολικό είναι έτσι.
Η Βικτώρια τα έβαλε όλα ξανά στη θέση τους.
Στην επόμενη επίσκεψη, η πεθερά έφερε μαζί της ένα κουτί με δικά της πιατικά. Μέσα υπήρχαν πιάτα με ξεθωριασμένα σχέδια, μερικά φλιτζάνια, μια μεγάλη πιατέλα και ένας παλιός μεταλλικός δίσκος.
— Γιατί τα φέρατε αυτά εδώ; — ρώτησε η Βικτώρια.
— Έχετε λίγα σερβίτσια για καλεσμένους.
— Μας αρκούν.
— Κι αν μαζευτούν δέκα άτομα;
— Δεν καλούμε δέκα άτομα.
Η Ταμάρα τακτοποίησε όσα είχε φέρει σε ένα άδειο τμήμα του ντουλαπιού.
Το ίδιο βράδυ η Βικτώρια ζήτησε από τον Κυριάκο να επιστρέψει το κουτί στη μητέρα του.
— Άσ’ το εκεί, — είπε εκείνος. — Δεν ενοχλεί κανέναν.
— Η μητέρα σου γεμίζει με δικά της πράγματα το διαμέρισμα των γονιών μου.
— Μερικά πιάτα δεν σημαίνουν κατάληψη σπιτιού.
— Σήμερα είναι μερικά πιάτα. Αύριο θα φέρει τη μισή της αποθήκη.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε ειρωνικά, αλλά τελικά πήρε το κουτί και το πήγε πίσω. Μια εβδομάδα αργότερα, η Ταμάρα εμφανίστηκε με άλλο. Αυτή τη φορά είχε μέσα πετσέτες κουζίνας, πλαστικά δοχεία και ένα μεγάλο βάζο.
Η Βικτώρια δεν μπήκε καν στον κόπο να τα ξεπακετάρει.
— Πάρτε τα, σας παρακαλώ.
— Μα δεν τα είδες ακόμη.
— Δεν χρειάζομαι τίποτα.
— Δεν είναι ευγενικό να αρνείσαι δώρα.
— Δεν είναι δώρο όταν κάποιος διαλέγει κάτι χωρίς να τον ενδιαφέρει αν το θέλει ο άλλος και μετά απαιτεί να το φυλάει στο σπίτι του.
Η Ταμάρα κοίταξε τον γιο της.
— Κυριάκο, πες της κάτι.
— Βίκυ, η μαμά το έκανε με καλή πρόθεση.
— Τότε πάρε τα όλα στο συνεργείο σου.
Η συζήτηση έληξε εκεί. Ο Κυριάκος επέστρεψε για δεύτερη φορά το κουτί στη μητέρα του, όμως κατηγόρησε τη γυναίκα του πως ήταν υπερβολικά απότομη.
Κάθε τέτοιο περιστατικό το θεωρούσε ασήμαντο.
Όταν η Ταμάρα άνοιγε ντουλάπια, εκείνος έλεγε πως απλώς έψαχνε ένα φλιτζάνι. Όταν σχολίαζε επικριτικά την τάξη στα δωμάτια, εξηγούσε ότι η μητέρα του είχε συνηθίσει αλλιώς.
