“Δεν θα πας πουθενά και δεν πρόκειται να γίνεις καμία διευθύντρια. Το αποφάσισα εγώ” είπε ο Παύλος με αλαζονική βεβαιότητα — εκείνη άφησε το μαχαίρι στην ξύλινη επιφάνεια και απάντησε ήρεμα

Απαράδεκτη εξουσία που συνθλίβει ήσυχες ελπίδες.
Ιστορίες

— Του αρχίζει, λέει, νευρικό τικ, τον πιάνει η μέση του από την κίνηση και η βενζίνη εξαφανίζεται λες και το αυτοκίνητο έχει τρύπα στο ρεζερβουάρ, — φύσηξε περιφρονητικά η κουνιάδα μου. — Το διανοείσαι; Μου φώναξε έξω από το γραφείο! Σε εμένα, την ίδια του την αδελφή! Είπε πως τον ξεζούμισα με τις μπότες μου!

— Τραγωδία κανονική. Υλικό για τηλεοπτική σειρά, — είπα τραβώντας τις λέξεις. — Και τώρα πώς σκοπεύεις να πηγαίνεις; Με μετρό; Με λεωφορείο;

— Με τίποτα από αυτά, — απάντησε η Δήμητρα με αυτάρεσκο ύφος. — Δεν με μάζεψαν από κανέναν δρόμο. Του υπενθύμισα, πολύ καθαρά και μπροστά στα γεγονότα, ότι είχε δεσμευτεί μπροστά σε μάρτυρες πως θα λύσει το θέμα της μετακίνησής μου. Κι εξαιτίας του ακύρωσα την οικονομική κράτηση που είχα βρει. Αφού λοιπόν ούτε να με πηγαινοφέρνει θέλει ούτε ταξί να πληρώνει, ας αναλάβει τη ζημιά.

— Και τελικά; — ρώτησα, σχεδόν κρατώντας την ανάσα μου.

— Τελικά έτριξε τα δόντια του, φώναξε, έκανε τον μάγκα, αλλά μου πλήρωσε ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο για τις τρεις εβδομάδες που απομένουν! — ανακοίνωσε θριαμβευτικά. — Τα πήρε από την κρυφή του άκρη, εκείνα που μάζευε για καινούρια βάρκα με μηχανή. Μου τα έστειλε στην κάρτα. Οπότε είμαι πάλι οδηγός του εαυτού μου, ανεξάρτητη και κυρία. Άντε, σε κλείνω τώρα, έχω ραντεβού για μανικιούρ στο σαλόνι!

Η γραμμή κόπηκε κι εγώ έμεινα καθισμένη στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, γελώντας τόσο δυνατά που βούρκωσαν τα μάτια μου. Ο Παύλος, ο άνθρωπος που την Τρίτη μού απαγόρευε να δεχτώ αύξηση τετρακοσίων ευρώ στο μισθό, τάχα για να γίνει «οικονομία» στο ενοικιαζόμενο της αδελφής του, είχε καταφέρει τελικά να χάσει μια ακριβή δουλειά πεντακοσίων ευρώ, να ξοδέψει τα νεύρα του, να τσακωθεί με την ίδια αυτή αδελφή, να ταλαιπωρήσει το δικό του αυτοκίνητο και, στο τέλος, να της πληρώσει την ενοικίαση από την προσωπική του καβάτζα. Ρουά ματ, κύριε χάλκινε ανδριάντα.

Το βράδυ του Σαββάτου γύρισα στο σπίτι. Το διαμέρισμα είχε μια καθαριότητα τόσο αφύσικη, που σχεδόν τρόμαζε. Ούτε κάλτσες πεταμένες, ούτε πιάτα ξεχασμένα, ούτε ίχνος από το συνηθισμένο χάος. Στην κουζίνα, πάνω στην εστία, υπήρχε ένα τηγάνι με φρεσκοτηγανισμένα μπιφτέκια και μια κατσαρόλα με πουρέ. Ο Παύλος καθόταν στο τραπέζι, σκυμμένος πάνω από ένα άδειο φλιτζάνι, με ύφος βαρύτερο κι από μολύβι.

— Γεια, — είπα, αφήνοντας τη βαλίτσα μου κοντά στην είσοδο και προχώρησα προς την κουζίνα.

Έδειχνα υπέροχη. Είχα καινούριο κούρεμα από καλό κομμωτήριο στη Θεσσαλονίκη, φορούσα κομψό κοστούμι και στο βλέμμα μου υπήρχε εκείνη η ήρεμη βεβαιότητα μιας γυναίκας που γνωρίζει πολύ καλά την αξία της.

Ο Παύλος σήκωσε αργά τα μάτια. Η παλιά αυταρχική έπαρση είχε εξαφανιστεί εντελώς. Στη θέση της κολυμπούσε μια κοσμική θλίψη ανθρώπου που πίστεψε πως είναι μέγας στρατηγός, ώσπου ανακάλυψε ξαφνικά ότι τα μαθηματικά είναι επιστήμη ψυχρή και δεν κάνουν χάρες.

— Γύρισες, — μουρμούρισε, αποφεύγοντας να με κοιτάξει.

— Όπως βλέπεις.

Γέμισα ένα ποτήρι νερό και κάθισα απέναντί του.

— Πλήρωσες το αυτοκίνητο της Δήμητρας; — ρώτησα αδιάφορα, πίνοντας μια γουλιά.

Τινάχτηκε σαν να είχε ακουμπήσει γυμνό καλώδιο στην καρέκλα του.

— Εσύ πού το ξέρεις;

— Μου το κελάηδησε ένα πουλάκι. Ακριβά βγαίνει τελικά η ενοικίαση στις μέρες μας;

— Τριακόσια πενήντα ευρώ, — είπε μέσα από σφιγμένα δόντια, καρφώνοντας το βλέμμα στον τοίχο. — Και η δουλειά των πεντακοσίων πήγε στον Σταύρο. Οχτακόσια πενήντα ευρώ πεταμένα μέσα σε μία εβδομάδα. Και τη βάρκα φέτος μπορώ να την ξεχάσω οριστικά.

Με κοίταξε με μια μικρή ελπίδα, σαν να περίμενε γυναικεία συμπόνια, παρηγοριά ή έστω το κλασικό «στα έλεγα εγώ». Δεν είχα όμως καμία πρόθεση να τον λυπηθώ. Τα μαθήματα πληρώνονται.

— Από την άλλη, διατήρησες το κύρος σου απέναντι στην αδελφή σου, — είπα με ήπια, ψυχρή ειρωνεία. — Ο λόγος του άντρα τιμήθηκε. Η μετακίνηση εξασφαλίστηκε. Μπράβο σου, Παύλο. Πραγματικός αρχηγός της οικογένειας.

Έτριξε τα δόντια και ξεφύσηξε βαριά από τη μύτη.

— Άννα, φτάνει πια. Κατάλαβα.

— Τι ακριβώς κατάλαβες; — έσκυψα ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξα κατάματα. Η φωνή μου χαμήλωσε, όμως μέσα της ακούστηκε μέταλλο. — Κατάλαβες ότι δεν υπόσχεσαι τους πόρους κάποιου άλλου; Ή κατάλαβες πως η δουλειά μου, ο χρόνος μου και το αυτοκίνητό μου δεν είναι παιχνίδια για να τα μοιράζεις ανάλογα με τα καπρίτσια των συγγενών σου;

Κατέβασε το κεφάλι. Οι ώμοι του έπεσαν.

— Έκανα λάθος, — είπε σιγανά ο άντρας μου.

Η φράση βγήκε από μέσα του με τέτοια δυσκολία, σαν να έφτυνε πέτρες.

— Δεν θα αποφασίσω ξανά για λογαριασμό σου. Ούτε θα υποσχεθώ τίποτα αντί για εσένα.

— Εξαιρετικά, — ίσιωσα την πλάτη μου και του χαμογέλασα λαμπερά. — Χαίρομαι πολύ που φτάσαμε σε κοινή γραμμή. Παρεμπιπτόντως, από την επόμενη εβδομάδα αλλάζει το πρόγραμμά μου. Η θέση της διευθύντριας καταστήματος έχει ευθύνες. Θα μένω παραπάνω ώρες, μερικές φορές θα δουλεύω και Σαββατοκύριακα, οπότε τα δείπνα κάθε Τρίτη και Πέμπτη θα τα αναλαμβάνεις εσύ. Ο πουρές, απ’ ό,τι βλέπω, σου πέτυχε μια χαρά.

Ο Παύλος άνοιξε το στόμα, έτοιμος από συνήθεια να διαμαρτυρηθεί. Ύστερα θυμήθηκε τα οχτακόσια πενήντα ευρώ που είχαν κάνει φτερά, κατάπιε βαριά, το ξανάκλεισε και έγνεψε υπάκουα.

Τη Δευτέρα μπήκα στο καινούριο, φωτεινό γραφείο μου. Πάνω στο γραφείο με περίμενε ένας φάκελος με τις πρωινές αναφορές και από το παράθυρο έμπαινε καθαρό, δυνατό φως. Πίσω από την πόρτα ακουγόταν ο γνώριμος βόμβος του εμπορικού χώρου. Το κινητό μου έκανε έναν σύντομο ήχο. Ήταν μήνυμα από την αναντικατάστατη Μαρίνα μου: «Λοιπόν, κυρία διευθύντρια, τρώμε σήμερα σε εστιατόριο; Να γιορτάσουμε τη νίκη της κοινής λογικής επί της πατριαρχίας και των σουέντ μποτών;»

«Εννοείται», πληκτρολόγησα γρήγορα. «Και ξέρεις κάτι; Κερνάω εγώ. Στο κάτω κάτω, το εναλλακτικό μου κόστος αυτή την εβδομάδα βγήκε μηδενικό. Για την ακρίβεια, είμαι και κερδισμένη».

Άφησα το τηλέφωνο στην άκρη, άνοιξα τον υπολογιστή της δουλειάς και τράβηξα προς το μέρος μου τον πρώτο φάκελο. Η ζωή ήταν υπέροχη. Και η δικαιοσύνη, όπως αποδείχθηκε, δεν χρειάζεται πάντα φωνές ή μάχες. Μερικές φορές έρχεται αθόρυβα και οριστικά, αρκεί να κάνεις στην ώρα σου ένα βήμα πίσω και να αφήσεις τον άλλον να πληρώσει μόνος του την ανοησία του, με διπλή χρέωση.

Ψίθυροι Ζωής