«Από σήμερα η Ελένη ανήκει επίσημα στην οικογένειά μας» είπε η Μελίνα και σήκωσε τον δείκτη της, ανακοινώνοντας τρεις κανόνες που πάγωσαν την αίθουσα

Υποκριτική, αλαζονική στιγμή που έσκισε σιωπές.
Ιστορίες

Η Μελίνα γνώριζε πολύ καλά πόσο ανοιχτή πληγή παρέμενε για μένα εκείνη η απώλεια.

«Μην ανακατεύετε τη μητέρα μου σε αυτό», είπα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.

«Αν σε είχε μεγαλώσει όπως έπρεπε, δεν θα ήμουν αναγκασμένη να διορθώνω τώρα τα λάθη της.»

Έσπρωξε το στυλό προς το μέρος μου. Δεν άπλωσα το χέρι. Τότε έγειρε πάνω από το τραπέζι, μου άρπαξε τον καρπό και προσπάθησε με το ζόρι να μου χώσει το στυλό στα δάχτυλα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το βλέμμα μου έπεσε στη μεγάλη κανάτα με το νερό που βρισκόταν μπροστά μου.

Δεν είχα σκοπό να φτάσουν τα πράγματα στα άκρα. Δεν ήθελα να προκαλέσω σκηνή, ούτε, φυσικά, να διαλύσω τον ίδιο μου τον γάμο μπροστά σε όλους.

Ύστερα, όμως, άκουσα τον Νικόλαο να λέει:

«Μην το κάνεις πιο δύσκολο για εμάς χωρίς λόγο.»

Για εμάς.

Εννοούσε εκείνον και τη μητέρα του.

Όχι εμένα.

Πήρα την κανάτα, τη σήκωσα και άδειασα όλο το νερό καταπρόσωπα στη Μελίνα.

Ένα κύμα κραυγών και πνιχτών επιφωνημάτων απλώθηκε στην αίθουσα.

Το νερό κύλησε πάνω από το άψογα στημένο χτένισμά της, κατέστρεψε το μακιγιάζ της και μούσκεψε το ακριβό δαντελένιο της φόρεμα. Η Μελίνα έμεινε ακίνητη σαν άγαλμα. Το στόμα της ήταν ανοιχτό, μα για αρκετά δευτερόλεπτα δεν κατάφερε να βγάλει ούτε λέξη.

Ακούμπησα προσεκτικά την άδεια κανάτα πίσω στο τραπέζι.

«Αυτή είναι η απάντησή μου», είπα.

«Έχασες τελείως τα λογικά σου;» ούρλιαξε ο Νικόλαος.

Μια φίλη της πεθεράς μου πετάχτηκε όρθια κρατώντας μια στοίβα χαρτοπετσέτες, όμως η Μελίνα την έσπρωξε απότομα στην άκρη, τρέμοντας από θυμό.

«Θα ζητήσεις συγγνώμη αμέσως!» απαίτησε ο άντρας μου.

Αντί γι’ αυτό, σηκώθηκα από τη θέση μου και πήρα το μικρόφωνο που η Μελίνα είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι.

«Αφού, όπως φαίνεται, σήμερα καθιερώσαμε το έθιμο να ανακοινώνουμε δημοσίως τους προσωπικούς κανόνες μιας οικογένειας, θα ήθελα κι εγώ να παρουσιάσω τους δικούς μου.»

Ο Νικόλαος έκανε να μου αρπάξει το μικρόφωνο, αλλά ο πατέρας μου μπήκε ανάμεσά μας.

«Άφησε την κόρη μου να τελειώσει», είπε ήρεμα.

Και αυτή η ηρεμία του ήταν πιο απειλητική από οποιαδήποτε φωνή.

Πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Ο πρώτος μου κανόνας είναι ο εξής: ο μισθός μου ανήκει σε μένα. Εγώ αποφασίζω πώς θα τον διαχειριστώ. Κανείς δεν αποκτά πρόσβαση στον λογαριασμό μου μόνο και μόνο επειδή παντρεύτηκα.»

Τα χείλη της Μελίνας έτρεμαν από οργή.

«Δεύτερον, το διαμέρισμα της γιαγιάς μου παραμένει δική μου περιουσία. Δεν ανήκει ούτε στον Νικόλαο ούτε στη μητέρα του. Και, μιας και μιλάμε ανοιχτά, ο Νικόλαος είπε στην οικογένειά του ότι αγόρασε εκείνος αυτό το σπίτι. Η αλήθεια είναι πως εδώ και σχεδόν έναν χρόνο μένει σε μένα χωρίς να πληρώνει τίποτα.»

Ένα ανήσυχο μουρμουρητό απλώθηκε ανάμεσα στους καλεσμένους.

Ο Νικόλαος έγινε άσπρος σαν το πανί.

«Αυτά δεν αφορούν τους καλεσμένους», σύριξε μέσα από τα δόντια του.

«Ενώ ο αριθμός του τραπεζικού μου λογαριασμού τους αφορά;»

Δεν απάντησε.

«Ο τρίτος μου κανόνας είναι πολύ απλός», συνέχισα. «Δεν πρόκειται να υπηρετήσω κανέναν στα τυφλά. Βοηθάω τους ανθρώπους που αγαπώ και που με σέβονται. Δεν θα γίνω, όμως, η απλήρωτη υπηρέτρια μιας οικογένειας που την ημέρα του γάμου μου προσπάθησε να μου πάρει τις οικονομίες μου, το σπίτι μου και την ελευθερία μου.»

Έβγαλα τη βέρα από το δάχτυλό μου και την ακούμπησα μπροστά στον Νικόλαο, πάνω στο τραπέζι.

Ο ανεπαίσθητος ήχος του μετάλλου πάνω στο πορσελάνινο πιάτο σχεδόν χάθηκε μέσα στη σιωπή. Κι όμως, για μένα ακούστηκε πιο οριστικός από κάθε λέξη που είχε ειπωθεί εκείνο το βράδυ.

«Και πριν συνεχίσετε τα σχέδιά σας», πρόσθεσα, «καλό θα ήταν να ξέρετε πως δεν υπέγραψα το συμβόλαιο πώλησης του διαμερίσματός μου. Ούτε μεταφέρθηκε η προκαταβολή για το σπίτι.»

Ο Νικόλαος με κοίταξε αποσβολωμένος.

«Μου είπες ότι θα το τακτοποιούσες χθες.»

«Αυτό σκόπευα να κάνω στην αρχή. Μετά όμως άρχισα να υποψιάζομαι διάφορα, επειδή ξαφνικά με πίεζες υπερβολικά. Γι’ αυτό χθες πήγα στη δικηγόρο μου.»

Ψίθυροι Ζωής