“Μα δεν είναι τίποτα για μένα, κατάλαβες;” είπε η Αγγελική στο τηλέφωνο, ενώ η γυναίκα που μένει στο σπίτι έμεινε άφωνη στην κουζίνα

Αδικαιολόγητη αδιαφορία, αβάσταχτη πληγή στην αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

— Μπορείς μόνο να σταθείς δίπλα μου και να μου λες τι να κάνω; ρώτησε.

Το σκέφτηκα για λίγο. Το να της δίνω οδηγίες δεν σήμαινε πως θα το έκανα εγώ αντί γι’ αυτήν. Σήμαινε πως θα της έδειχνα. Και το να δείχνεις σε κάποιον κάτι σημαίνει πως αποδέχεσαι ότι μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Σήμαινε, επίσης, πως η σχέση μας δεν θα στηριζόταν πια στη δική μου αδιάκοπη εξυπηρέτηση.

— Εντάξει, είπα τελικά.

Η σούπα την παίδεψε μιάμιση ώρα. Ξέχασε το αλάτι, έριξε υπερβολικό δαφνόφυλλο, μπέρδεψε δυο φορές τα βήματα της συνταγής. Ο Ευάγγελος δοκίμασε και δήλωσε πως έτσι είχε ακόμα καλύτερη γεύση. Δεν σχολίασα τίποτα. Το ίδιο βράδυ, όμως, πρόσεξα πως η Αγγελική είχε μαζέψει τα πιάτα της και είχε καθαρίσει την κουζίνα. Πρώτη φορά ύστερα από έναν μήνα.

Από τότε πέρασαν τρεις εβδομάδες. Δεν γύρισα στον παλιό μου ρόλο. Όχι επειδή κρατούσα κακία, αλλά επειδή κατάλαβα κάτι απλό: τη στιγμή που θα ξανάρχιζα να τα κάνω όλα μόνη μου, εκείνη θα σταματούσε ξανά να προσπαθεί. Και ο Ευάγγελος το ίδιο. Έπρεπε κι οι δυο τους να ζουν μέσα σε αυτό το σπίτι, όχι να φιλοξενούνται από μένα σαν να βρίσκονται σε πανσιόν με πλήρη διατροφή.

Φτιάξαμε πρόγραμμα. Απλό, γραμμένο σε ένα χαρτί και κολλημένο με μαγνητάκι στο ψυγείο. Τη Δευτέρα μαγείρευε η Αγγελική. Την Τρίτη εγώ. Την Τετάρτη ο Ευάγγελος. Τα ρούχα του καθένας τα έπλενε μόνος του. Τα πατώματα τα αναλαμβάναμε με σειρά.

Στην αρχή μου φαινόταν παράξενο να βλέπω τον Ευάγγελο να περνάει ηλεκτρική σκούπα. Δεν ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος, μα προσπαθούσε. Και η Αγγελική δυσκολευόταν αφάνταστα με το πλύσιμο των πιάτων, γιατί σιχαινόταν τα λαδωμένα πιάτα. Παρ’ όλα αυτά, τα έπλενε.

Το σημαντικότερο ήταν πως κανείς δεν με αποκάλεσε ξανά «κανέναν». Μια μέρα την άκουσα να λέει σε μια φίλη της στο τηλέφωνο: «Τώρα μαγειρεύουμε με τον Ευάγγελο εναλλάξ». Μόλις κατάλαβε πως είχα μπει στο δωμάτιο, συμπλήρωσε βιαστικά: «Εκείνη μας το έμαθε». Κάτι μέσα μου λύγισε εκείνη τη στιγμή. Ποτέ πριν δεν είχε μιλήσει έτσι για μένα. Δεν έδειξα τίποτα. Το κράτησα, όμως, μέσα μου.

Με τον Κυριάκο τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Ακόμα απέφευγε να μιλήσει καθαρά για το γιατί είχε σωπάσει τότε. Παρ’ όλα αυτά, έβλεπα μικρές αλλαγές. Άρχισε να προσέχει πότε ήμουν εξαντλημένη. Την περασμένη εβδομάδα πήγε μόνος του για ψώνια και μαγείρεψε ρύζι με κρέας. Του βγήκε κάπως στεγνό, αλλά το έφαγα και τον επαίνεσα. Όχι για τη γεύση. Για την προσπάθεια. Ήθελα να καταλάβει πως δεν μετρούσε το αποτέλεσμα στο πιάτο, αλλά ο κόπος που είχε μπει σε αυτό. Γιατί όταν ο κόπος ενός ανθρώπου περνάει απαρατήρητος, σιγά σιγά σβήνει.

Καμιά φορά σκέφτομαι πως όλα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί αλλιώς. Αν η Αγγελική δεν είχε πει εκείνη τη λέξη. Αν εγώ δεν την είχα ακούσει. Αν ο Κυριάκος είχε μιλήσει μαζί της το ίδιο κιόλας βράδυ. Τότε ίσως να συνεχίζαμε όπως πριν. Εγώ θα κουβαλούσα στην πλάτη μου ολόκληρο το σπίτι και θα το βάφτιζα αγάπη. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν μια σιωπηλή σκλαβιά, μια παγίδα στην οποία μπήκα μόνη μου επειδή ήθελα να νιώθω απαραίτητη. Και όταν ζήτησα να αναγνωριστεί αυτή η προσφορά, αποδείχθηκε πως όλοι τη θεωρούσαν δεδομένη.

Δεν φτιάχνω πια τηγανίτες κάθε πρωί. Μερικές Κυριακές, όμως, τις ετοιμάζουμε μαζί. Η Αγγελική στέκεται δίπλα μου, τις γυρίζει στο τηγάνι και πλέον τα καταφέρνει αρκετά καλά. Την κοιτάζω και σκέφτομαι: «Τώρα, επιτέλους, βλέπεις πως δεν είμαι απλώς η γυναίκα που ζει με τον πατέρα σου». Εκείνη πιάνει το βλέμμα μου και μου χαμογελά.

Ο Ευάγγελος κάθεται στο τραπέζι, περιμένει τις τηγανίτες και δεν ανακατεύεται στις κουβέντες μας. Έτσι νιώθει πιο ασφαλής. Μόνο που τώρα γνωρίζει κάτι: αν ξανασωπάσει όταν με προσβάλλουν, δεν θα περιμένω να ωριμάσει η στιγμή ούτε να βρει το θάρρος του. Θα μιλήσω αμέσως. Και θα βγάλω τα συμπεράσματά μου.

Πείτε μου ειλικρινά: μπορεί να ξαναχτιστεί ο σεβασμός προς έναν άνθρωπο, όταν ο ίδιος άφησε για καιρό τον κόπο του να περνάει σαν υποχρέωση; Ή μήπως η πικρία μου δεν είναι ιδιοτροπία, αλλά μια φυσιολογική άμυνα που πρέπει να κρατήσω μέχρι τέλους;

Ψίθυροι Ζωής