“Τι είμαι μέσα σε αυτό το σπίτι; Τίποτα.” είπε ο Αλέξανδρος ισιώνοντας τον γιακά του με πικρία

Απαράδεκτη αδικία που γκρεμίζει κάθε εμπιστοσύνη.
Ιστορίες

— Τι πράγμα; — ρώτησε ο Αλέξανδρος, σαν να μην είχε καταλάβει.

— Θα πας να μείνεις στη μητέρα σου.

Η Θεοδώρα ίσιωσε απότομα την πλάτη της.

— Αναστασία, μην αρχίζεις τις θεατρικότητες!

— Δεν παίζω κανένα θέατρο.

Η Αναστασία πλησίασε το ντουλαπάκι, έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο ρολό με σακούλες απορριμμάτων και έκοψε μερικές.

— Ο Αλέξανδρος δεν έχει και πολλές βαλίτσες. Νομίζω πως ένα μέρος από τα πράγματά του χωράει μια χαρά εδώ.

Ο Αλέξανδρος την κοιτούσε αποσβολωμένος, λες και ξαφνικά είχε αρχίσει να μιλά σε άγνωστη γλώσσα.

— Σοβαρά τώρα; Θέλεις να με πετάξεις έξω;

— Εγώ;

Η Αναστασία σήκωσε τα φρύδια με ειλικρινή απορία.

— Αλέξανδρε, η ιδέα δεν ήταν δική μου. Η μητέρα σου πριν από λίγο μου έδωσε δύο επιλογές. Η πρώτη δεν μου ταιριάζει. Άρα μένει η δεύτερη.

— Δεν εννοούσε αυτό!

— Τότε τι εννοούσε;

Η Θεοδώρα μπήκε στη μέση:

— Ήθελα απλώς να καταλάβεις πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση!

— Το κατάλαβα.

— Διαλύεις την οικογένειά σου για μερικά τετραγωνικά!

Η Αναστασία σώπασε για μια στιγμή.

Ύστερα άφησε αργά τις σακούλες πάνω στο τραπέζι.

— Όχι, κυρία Θεοδώρα. Εσείς ήρθατε στο διαμέρισμα που αγόρασα με τη δική μου δουλειά, πριν καν γνωρίσω τον γιο σας, και μου θέσατε τελεσίγραφο: είτε γράφω το μισό ακίνητο στο όνομά του είτε τον παίρνετε στο σπίτι σας. Εγώ απλώς δέχτηκα τους όρους που εσείς προτείνατε.

Το πρόσωπο της πεθεράς κοκκίνισε.

— Αλέξανδρε, ακούς πώς μου μιλάει;

— Ακούω, μαμά.

Ο Αλέξανδρος πέρασε νευρικά το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του.

— Αναστασία, άσε τις ανοησίες. Η μαμά το είπε πάνω στα νεύρα της.

— Δεν είπα τίποτα πάνω στα νεύρα μου! — αγανάκτησε αμέσως η Θεοδώρα.

Η Αναστασία παραλίγο να γελάσει.

— Υπέροχα. Τότε δεν βλέπω κανένα πρόβλημα.

Βγήκε από την κουζίνα.

— Πού πας; — της φώναξε ο Αλέξανδρος.

— Να σου μαζέψω τα πράγματα.

Τότε ο άντρας τρόμαξε στ’ αλήθεια.

Έτρεξε πίσω της.

— Αναστασία, περίμενε!

Εκείνη όμως είχε ήδη ανοίξει την ντουλάπα στην κρεβατοκάμαρα.

Κατέβασε από το πάνω ράφι μια ταξιδιωτική τσάντα και την ακούμπησε στο κρεβάτι.

— Τι κάνεις εκεί;

— Σε βοηθάω να μετακομίσεις.

— Δεν πάω πουθενά!

Η Αναστασία γύρισε και τον κοίταξε.

— Τότε γιατί έφερες τη μητέρα σου εδώ, για να με απειλήσει με τη μετακόμισή σου;

Ο Αλέξανδρος άνοιξε το στόμα.

Και δεν βρήκε λέξη να πει.

— Ήθελα να καταλάβεις τη θέση μου.

— Την κατάλαβα.

Η Αναστασία τράβηξε μερικά μπλουζάκια του από την ντουλάπα.

— Πιστεύεις ότι δύο χρόνια γάμου σου δίνουν δικαίωμα στο μισό διαμέρισμα, το οποίο πλήρωνα όταν ακόμη δεν ήξερα καν ότι υπάρχεις.

— Δεν το είπα έτσι.

— Ακριβώς έτσι το είπες.

— Μιλούσα για ασφάλεια!

— Την ασφάλεια, Αλέξανδρε, τη χτίζει κανείς με δουλειά, αποταμίευση και δική του περιουσία. Όχι απαιτώντας να του μεταβιβάσουν κάτι που ανήκει σε άλλον.

Έβαλε τα μπλουζάκια μέσα στην τσάντα.

— Και μην ξεχάσεις την κονσόλα σου. Αυτή, πράγματι, είναι δική σου.

Ο Αλέξανδρος χλόμιασε.

— Δηλαδή για ένα διαμέρισμα σβήνεις δύο χρόνια γάμου;

Η Αναστασία σταμάτησε.

— Όχι. Για πρώτη φορά κοιτάζω προσεκτικά τι ήταν ο γάμος μας αυτά τα δύο χρόνια.

Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

— Και ξέρεις τι βλέπω; Εγώ πληρώνω τους λογαριασμούς. Εγώ αγοράζω τις συσκευές για το σπίτι. Εγώ πληρώνω τα περισσότερα ψώνια. Εγώ καθαρίζω. Εγώ πλένω. Εγώ λύνω κάθε πρακτικό ζήτημα του σπιτιού. Εσύ ζεις εδώ χωρίς ενοίκιο, χρησιμοποιείς όλα όσα υπάρχουν μέσα, και παρ’ όλα αυτά νιώθεις αδικημένος επειδή το διαμέρισμα δεν είναι νομικά δικό σου.

— Είμαι ο άντρας σου!

— Γι’ αυτό ακριβώς δεν κάθισα δύο χρόνια να μετρήσω ποιος προσφέρει τι. Σήμερα όμως εσύ και η μητέρα σου με αναγκάσατε να το κάνω.

Στην πόρτα εμφανίστηκε η Θεοδώρα.

Δεν έμοιαζε πια τόσο βέβαιη για τον εαυτό της.

— Αναστασία, αρκετά με αυτό το τσίρκο. Ο Αλέξανδρος δεν θα πάει πουθενά.

Η Αναστασία σήκωσε το βλέμμα της.

— Μα εσείς δεν είπατε ότι θα έρθει να μείνει μαζί σας;

— Το είπα για να συνέλθεις!

— Συνήλθα.

Η Θεοδώρα έσφιξε τα χείλη.

— Αν δεν το ξέρεις, εγώ έχω ένα δυάρι μικρό, όχι παλάτι!

Η Αναστασία έμεινε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα.

Ύστερα δεν κρατήθηκε:

— Αυτό μάλιστα έχει ενδιαφέρον.

— Τι ακριβώς βρίσκεις ενδιαφέρον;

— Μου ζητούσατε να παραχωρήσω το μισό διαμέρισμα, με το επιχείρημα ότι ο γιος σας δεν έχει πού να μείνει. Και στην πραγματικότητα δεν σκοπεύατε καν να τον πάρετε κοντά σας.

— Δεν είμαι υποχρεωμένη, στην ηλικία μου, να ζω με έναν ενήλικο γιο!

— Ενώ εγώ είμαι υποχρεωμένη να χαρίσω ακίνητη περιουσία σε αυτόν τον ενήλικο γιο;

Η πεθερά δεν απάντησε.

Η Αναστασία σηκώθηκε.

— Κυρία Θεοδώρα, θα ήθελα να μου επιστρέψετε το κλειδί.

— Ποιο κλειδί;

— Το κλειδί του διαμερίσματός μου.

— Έχεις χάσει τελείως τα λογικά σου;

— Όχι. Απλώς το εφεδρικό κλειδί σας το δώσαμε για να ποτίζετε τα λουλούδια όταν λείπουμε σε ταξίδι. Όχι για να μπαίνετε εδώ μέσα χωρίς προειδοποίηση.

Ψίθυροι Ζωής